Από τις τρεις μέρες που κράτησε και φέτος το 14ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, κατάφερα να πάω μόνον την πρώτη. Ωραία ήταν, ωραίος ο χώρος, πολύ μεγαλύτερος από το Πεδίο του Άρεως στο οποίο στριμωχνόταν παλιά. Στο Γουδί, πέρσι, δεν είχα καταφέρει να πάω. Φωτογραφική μηχανή ξέχασα να πάρω μαζί μου κι έτσι δεν έχω φωτογραφικά ντοκουμέντα. Είχε όμως ο Σκύλος κι έτσι μπήκα στο blog του να δω τις φωτογραφίες που τράβηξε. Ωραίες όπως πάντα αλλά εκεί που ψιλοσοκαρίστηκα ήταν όταν μπήκα στα σχόλια. Γιατί σοκαρίστηκα; Γιατί είδα πως όσα χρόνια κι αν περάσουν η ίδια μαλακία βαράει τους ανθρώπους. Υπήρχαν σχόλια για την τιμή του εισιτήριου του Φεστιβάλ, κι ένα λινκ που παρέπεμπε στην αντίστοιχη συζήτηση στο Indymedia. Αυτή η συζήτηση με γύρισε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Τότε που εικοσάχρονοι φοιτητές, αποφασίσαμε να φτιάξουμε ένα αυτοδιαχειριζόμενο πολιτιστικό στέκι στην Πάτρα. Εκείνα τα χρόνια η πολιτιστική ζωή στην Πάτρα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ούτε θέατρο, ούτε συναυλίες ούτε τίποτε. Το μόνο που υπήρχε ήταν η Κινηματογραφική Λέσχη της Πάτρας και ευτυχώς που υπήρχε. Εκεί, στον κινηματογράφο «Ομόνοια» που δεν υπάρχει πλέον, είχα δει υπέροχες ταινίες που δεν θα τις έβλεπα εύκολα. Πέρα απ’ αυτό όμως ξεραίλα. Μαζευτήκαμε λοιπόν διάφοροι φερέλπιδες εικοσάρηδες και φτιάξαμε την «Ανοιχτή Πολιτιστική Κίνηση Πάτρας», δόξει και τιμή. Με το καταστατικό μας και το Δ.Σ. μας και όλα μας. Βρήκαμε ένα παλιό σπίτι στην Αγ. Νικολάου και πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά. Από γκρέμι που ήταν το κάναμε ανθρώπινο. Το βάψαμε, τρίψαμε τα πατώματα, το επιπλώσαμε, φέραμε πράγματα από το σπίτι μας, φτιάξαμε σκοτεινό θάλαμο έτσι όσοι ερατιτέχνες φωτογράφοι υπήρχαν να μπορούν να εκτυπώνουν τις φωτογραφίες τους (ας είναι καλά ο Λίνος ο Τσέκερης που έφερε τα μηχανήματά του), στείλαμε και επιστολές στις εφημερίδες και ζητούσαμε βιβλία για να φτιαχτεί μια δανειστική βιβλιοθήκη. Βρήκαμε ανταπόκριση σ’ αυτό το αίτημα και άρχισαν να μαζεύονται βιβλία. Για να βγαίνει το νοίκι φτιάξαμε κι έναν χώρο σαν μπαράκι με πάμφθηνα ποτά έτσι ώστε να λειτουργεί σαν χώρος που θα μαζευόταν ο κόσμος να πίνει το ποτάκι του και να τα λέμε. Μέσα σ’ ένα χρόνο, εμείς τα νιάνιαρα με όνειρα οργανώσαμε τόσες εκδηλώσεις όσες δεν είχε δει η πόλη για πολλά χρόνια. Πείσαμε το θίασο της Αλίκης Γεωργούλη και της Εύας Κοταμανίδου να κατέβουν αφιλοκερδώς για μια παράσταση στην Πάτρα με το έργο του Ντάρι Φο «Όλο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» που εκείνη τη χρονιά έκανε τρελή επιτυχία στην Αθήνα. Ο δήμος Πατρέων παραχώρησε το Δημοτικό Θέατρο και δεν έπεφτε καρφίτσα. Γέμισαν τα πάντα, πλατεία και εξώστες και διάδρομοι. Τόσο που έγινε έκκληση να προσέχουμε διότι δεν ήταν σίγουρη αν το θέατρο άντεχε τόσο πλήθος. Αυτό που δεν θυμάμαι ήταν αν είχαμε εισιτήριο ή ήταν δωρεάν. Κάναμε και μια συναυλία (πάλι στο Δημοτικό Θέατρο) με κάποιους Ούγγρους τζαζίστες που είχε φέρει ο Μπαράκος στο “Jazz club” και με τον οποίο είχε γνωριμία κάποιος από μας. Φέραμε τους «Σπυριδούλα να παίξουν στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος, τον Νικόλα Άσιμο και άλλες τέτοιες πολλές εκδηλώσεις. Δεν ξέρω πως τους πείθαμε όλους αυτούς να κατέβουν στηνη Πάτρα αφιλοκερδώς. Μόνον τα εισιτήριά και το φαγητό τους κι ένα μέρος να μείνουν που συνήθως ήταν τα σπίτια μας. Στις συναυλίες βάζαμε είσοδο 10 ή 20 δραχμές για να βγουν τα έξοδα για τα μηχανήματα που νοικιάζαμε και κόστιζαν γύρω στις 7000 δραχμές. Στο μπαράκι στο «Στέκι» τα ποτά κόστιζαν 40 δρχ όταν στα μπαράκια είχαν 120. Και ήταν καθαρά ποτά και οι μερίδες «σπιτικές». Γιατί τα θυμήθηκα αυτά; Γιατί η κουβέντα στο indymedia, μου θύμισε τις κουβέντες και τους καυγάδες μας με τα φρικιά τότε (μπαχαλάκηδες τώρα). Μας αποκαλούσαν αστούς και μπάτσους που βάζαμε είσοδο, πλάκωναν στο στέκι και μας έκαναν μανούρες για τα ποτά που ήταν ακριβά και περίμεναν πότε θα φύγουν οι υπεύθυνοι του Στεκιού για να τα κάνουν λαμπόγυαλο. Φυσικά με το που πλάκωνε αστυνομία εξαφανίζονταν, οι κότες, και άφηναν εμάς να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα. Ομηρικοί καυγάδες έγιναν εκείνη την πρώτη χρονιά της λειτουργίας του. Φυσικά δεν μας έδιναν καμμιά ιδέα για το πως θα βγουν τα έξοδα αν τα ποτά ήταν τσάμπα και αν οι συναυλίες δεν είχαν εισιτήριο. Όχι πως έβγαιναν κι έτσι, πολλές φορές βάλαμε από την τσέπη μας που ήταν άδεια γενικά. Τη δεύτερη χρονιά τα παράτησα. Βαρέθηκα να καυγαδίζω κάθε βράδυ για τα αυτονόητα. Το Στέκι λειτούργησε ακόμα έναν χρόνο καρκινοβατώντας και μετά έκλεισε. Ποιός είχε όρεξη να πηγαίνει σ’ έναν χώρο που μονίμως έπεφτε ξύλο; Τα πράγματα που είχαμε κουβαλήσει από τα σπίτια μας, τα βιβλία που μας έστειλαν για τη βιβλιοθήκη, οι κασέττες, οι δίσκοι, ο σκοτεινός θάλαμος δεν ξέρω τι απέγιναν. Φαντάζομαι όποιος πρόλαβε τα βούτηξε. Είχα συφιλιάσει όμως τόσο πολύ με τους μαλάκες που το κατέστρεψαν, που δεν θέλησα να μάθω τίποτε.
Τι απέγιναν οι τσαμπουκάδες του τότε; Δεν έμαθα για όλους. Ο αρχιτσαμπουκάς όμως έμαθα πως έγινε ένας λαμογιομηχανικός που έχει χτίσει τη μισή Αν. Αττική. Ήταν αυτός που οργάνωνε και ξεκίναγε όλους τους τσαμπουκάδες, πείθοντας διάφορα ανεγκέφαλα πως εμείς είμασταν ο ταξικός εχθρός... Φυσικά, αφού τα έσπαγαν σε μας πήγαιναν και τ' ακουμπούσαν κανονικά στα μπαράκια, χωρίς αντίρρηση και τσαμπουκάδες.
Δεν περίμενα να ξαναπέσω σε τέτοια συζήτηση και σιχάθηκα για μιαν ακόμα φορά.
Σε κείνο το «Στέκι», ένα βράδυ μας ήρθε η ιδέα να φτιάξουμε έναν αγροτοφοιτητικό συνεταιρισμό και να επινοικιάσουμε από το Πανεπιστήμιο τις ελιές και τ’ αμπέλια που είχε. Το κάναμε κι αυτό αλλά αυτή είναι άλλη μια ατυχής ιστορία.....
Δεν ξέρω τι λένε για τις τσαγκαροδευτέρες αλλά σήμερα είναι μια τσαγκαροτετάρτη. Στραβά ξεκίνησε η μέρα κι ελπίζω να μη στραβώσει χειρότερα. Στραβά κοιμήθηκα το βράδυ, στραβά ξύπνησα και διάφορα μικρά στραβώνουν και μου σπάνε τα νεύρα. Ο μικρός παίρνει από χτες το βράδυ τηλέφωνα να πάω να τον πάρω από την κατασκήνωση (στην οποία πήγε χτες το πρωί με όλους τους κολλητούς του ενθουσιασμένος) γιατί δεν περνάει καλά και ξέχασα και τα γυαλιά μου σπίτι με αποτέλεσμα να μη βλέπω την τύφλα μου. Εντάξει, βλέπω τόσο ώστε να γράφω αλλά κουράζομαι. Υποτίθεται πως άρχισε και η απαγόρευση του τσιγάρου αλλά ρούφηξα 3-4 τσιγάρα μέχρι τώρα βγαίνοντας έξω. Δεν το κόβω ρε το τσιγάρο. Μ' αρέσει να καπνίζω. Άσε που μόνον πάνω στα πακέτα βλέπω τις επιγραφές "Βλάπτει σοβαρά την υγεία". Όταν το κολλήσουν και πίσω από τα φορτηγά που με ντουμανιάζουν με τις εξατμίσεις τους και πάνω στα φουγάρα των εργοστασίων, τότε μπορεί και να το σκεφτώ. Άι σιχτίρ πια με όλους όσους θέλουν να με σώσουν από το τσιγάρο και με σκοτώνουν με όλα τα υπόλοιπα.
Τα καλοκαίρια, όταν ήμουν παιδί, τα λάτρευα και τα μισούσα ταυτόχρονα. Λάτρευα τις μεγάλες ζεστές μέρες, το ατέλειωτο παιχνίδι, τα μεσημέρια που υπήρχε «υποχρεωτική κατάκλιση» την οποία μονίμως καταστρατηγούσαμε και μόλις έπαιρνε ο ύπνος τους μεγάλους σηκωνόμασταν αθόρυβα και βγαίναμε στο μπαλκόνι να παίξουμε. Μας ξαναμάζευαν γιατί κάποια στιγμή ξεχνιόμασταν και κάναμε φασαρία και πάλι το ξανασκάγαμε μόλις τους ξανάπαιρνε ο ύπνος. Μ’ άρεσαν τα καλοκαιρινά φρούτα που τα περιμέναμε με τη σειρά τους. Τα τεράστια αμερικάνικα καρπούζια που ερχόταν με τις «πλατφόρμες» από τα γύρω χωριά και τα πουλούσαν στις γειτονιές. Βραδινό με δροσερό καρπούζι ή πεπόνι και ψωμοτύρι. Και τη μάνα μου να μη μας αφήνει να φάμε πολύ καρπούζι «γιατί θα κατουριέστε το βράδυ». Πως της είχε έρθει αυτό; Καμμιά μας δεν κατουριόταν το βράδυ, ποτέ. Τα ροδάκινα που δεν τα χόρταινε η μαμά. Τεράστιοι γιαρμάδες με άρωμα (όχι όπως τώρα) και βερίκοκα επίσης νόστιμα και αρωματικά. Και η γιαγιά να φτιάχνει όλο το πρωί το αγαπημένο μου καλοκαιρινό φαγητό. Τα «τηγανητά». Μελιτζάνες, κολοκύθια, πατάτες, πιπεριές, όλα τηγανητά και στο καπάκι τηγανητές ντομάτες. Όλο το πρωί της έπαιρνε να κόψει και να τα τηγανίσει για να ταΐσει το λόχο.
Διακοπές δεν πηγαίναμε. Δεν υπήρχε χωριό ή μάλλον υπήρχε ένα στο οποίο όμως δεν ήθελαν να ξαναπατήσουν η μαμά και η γιαγιά. Είχαν φύγει με άσχημες συνθήκες και τις πλήγωνε μια επίσκεψη στα μέρη τους. Μέναμε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη μέχρι που άδειαζε από παιδιά και τότε σερνόμασταν με άδεια βλέμμα στη γειτονιά και περιμέναμε πότε θα γυρίσουν οι φίλοι μας από τα χωριά τους. Τότε τα μισούσα τα καλοκαίρια. Φυσικά ρίχναμε και τους περισσότερους καυγάδες της χρονιάς αφού δεν περνούσε η μέρα. Δεν είχαμε χωριό είχαμε όμως τη Χαλκιδική. Τότε η Χαλκιδική δεν είχε καν δρόμους. Μερικές Κυριακές μέσα στο καλοκαίρι, αποφάσιζε ο μπαμπάς να μη δουλέψει και μετέτρεπε το ταξί σε Ι.Χ. Έτσι την είχα γυρίσει τη Χαλκιδική, Κυριακές με το ταξί του μπαμπά. Ερχόταν από τ’ άγρια χαράματα στο δωμάτιό μας και σφύριζε εμβατήρια για να ξυπνήσουμε. Μιλάμε για 5 το πρωί. Η μαμά από μέσα του έλεγε «άστα βρε τα παιδιά να κοιμηθούν μέχρι να ετοιμάσουμε τα πράγματα και τα ξυπνάμε μετά...». Τίποτε ο μπαμπάς. «Να σηκωθούν» έλεγε «να δουν την ανατολή, την καλύτερη ώρα της μέρας». Σηκωνόμασταν κι εμείς, τι να κάνουμε; Και καθόμασταν στο μπαλκόνι να δούμε την ανατολή κι αντί γι αυτό κοιμόμασταν η μια στον ώμο της άλλης. Φόρτωναν τα πράγματα στο πορτ μπαγκάζ και μέχρι τις 7 είχαμε φύγει. Τη Χαλκιδική τη γνώρισα παρθένα από τουρίστες, βίλες και rooms to let. Για να φτάσουμε στις παραλίες, που τώρα δεν βρίσκεις τόπο να βάλεις την πετσέτα σου κι αν βρεις θα έχεις στα μούτρα σου τον κώλο η την πατούσα του διπλανού, εμείς έπρεπε να κατέβουμε από τα βράχια σαν τα κατσίκια. Τι βρίσκαμε όμως μετά την κατάβαση!! Θάλασσες τζάμι και αμμουδιές απάτητες. Το πολύ να συναντούσαμε τίποτε χίπηδες γερμανούς που ήταν και οι μόνοι που ερχόταν τότε στον παράδεισό μας. Κι αφού κολυμπούσαμε και παίζαμε και μασουλούσαμε τα σαντουιτσάκια που είχε φτιάξει η μαμά (το πως γινόταν και δίπλα στο θάλασσα το ψωμοτύρι αποκτούσε τόσο θεϊκή γεύση ποτέ δεν το κατάλαβα) ξαναπαίρναμε το μονοπάτι των κατσικιών και ανεβαίναμε στο βουνό. Εκεί, κάτω από τα πεύκα στρώναμε τις κουρελούδες και άρχιζε το ψήσιμο. Μπάρμπεκιου στο δάσος. Πάντα. Κουβαλούσαν ψησταριά και ψήναμε μπιφτεκάκια που τα είχε ζυμώσει η μαμά αχάραγα. Και πιπεριές και φέτες ψωμάκι στο τέλος. Ποτέ, μα ποτέ το δάσος δεν κινδύνευσε από πυρκαγια κι ας ψήναμε κάθε φορά κάτω από τα πεύκα. Προσέχαμε βέβαια και δεν φεύγαμε αν δεν είχαν σιγουρευτεί πως δεν έμεινε ούτε σπίθα. Πως γίνεται και τώρα λαμπαδιάζουν τα δάση κάθε χρόνο θα σας γελάσω... Και μετά κόβαμε καρπούζι και το τρώγαμε «φυσαρμόνικα» και τρέχαν τα ζουμιά στα πηγούνια και το λαιμό μας, έτσι που γινόμασταν στόχος για όλες τις μέλισσες της περιοχής. Κι αφού μαζεύαμε την ψησταριά και τα σκουπίδια σε μια σακούλα, αράζαμε στη δροσιά. Να μυρίζει πεύκο, να φυσάει δροσερό αεράκι, ν’ ακούς τα τζιτζίκια και να χαζεύεις το φως που περνάει ανάμεσα στα κλαδιά. Τι διαφορά έχει από τον παράδεισο; Μερικές φορές κουβαλούσε σκοινί ο μπαμπάς και έφτιαχνε κούνια, αν βρίσκαμε ένα καλό κλαδί. Ώρες να κουνιέμαι και να κατεβαίνω από την κούνια παραζαλισμένη αλλά ευτυχισμένη. Φυσικά ρίχναμε κι έναν καυγά για ν’ αντέξουμε την τόση ευτυχία του Παραδείσου. Όλο και κάποια μαλακία θα κάναμε και θα καταλήγαμε με κλάματα Δεν χρειαζόταν πολλά για να ξεκινήσει ο καυγάς. Αρχίζαμε εμείς τα παιδιά και στο τέλος δεν μας άντεχε να γκρινιάζουμε ο μπαμπάς και να του χαλάμε την ησυχία, οπότε μας έπαιρνε όλες η μπάλα. Πιάναμε από μια γωνιά τότε, κλαμένες και μουτρωμένες και μισώντας η μία την άλλη γιατί «αυτή έφταιγε που το ξεκίνησε». Μέχρι κάτι να τραβήξει την προσοχή μας και να ξεμουτρώσουμε. Το απόγευμα παίρναμε το δρόμο τις επιστροφής. Χρειαζόταν ώρες τότε το ταξίδι και στην επιστροφή βρίσκαμε και το κύμα αυτών που γυρνούσαν από την τότε μακρινή και «εξωτική» Καλλικράτεια. Το σημερινό, σχεδόν προάστιο της Θεσσαλονίκης, μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σε παραθεριστικό οικισμό. Φτάναμε σπίτι κατά τις 8 το βράδυ, έχοντας ξεκινήσει τουλάχιστον στις τέσσερις το απόγευμα, κουβαλώντας πίσω στην πόλη τα πεθαμένα από την κούραση σαρκία μας και τα σκουπίδια μας. Α, όλα κι όλα! Η μαμά ποτέ δεν άφησε ούτε χαρτάκι πίσω της που να φανερώνει πως κάποιος είχε περάσει από το μέρος εκείνο. Μας κορόιδευαν οι γείτονες «μα καλά, τα σκουπίδια σας έπρεπε να τα φέρετε και να τα πετάξετε στο δικό σας τενεκέ; Όλη η Χαλκιδική δεν έφτανε;» αλλά δεν χαμπάριαζε η μαμά. «Μα να λερώσουμε ένα τόσο όμορφο μέρος; Τι είναι να κουβαλήσουμε τη σακούλα πίσω και να την πετάξουμε στον τενεκέ μας;». Κόκκαλο οι γείτονες. Μόνο σκούπα και φαράσι δεν κουβαλούσε η μαμά μαζί για ν’ αφήσουμε το μέρος φεύγοντας καθαρό και νοικοκυρεμένο. Οικολογία της νοικοκυράς κι όχι του κώλου.... Όταν φτάναμε στο σπίτι η γειτονιά βούιζε από φωνές. Όλη η πιτσιρικάδα μαζεμένη κι εγώ να ζητάω από τη μαμά να παίξω λίγο με τα παιδιά. Τα μάτια μου έκλειναν αλλά ήθελα κι άλλο παιχνίδι. Ποτέ ένα παιδί δεν χορταίνει το παιχνίδι και δεν παραδέχεται πως κουράστηκε. Το βλέπω τώρα στο δικό μου το παιδί. Εκείνη κουρασμένη επίσης ήταν ανένδοτη. Μπάνιο και στα κρεβάτια μας. Μετά από ένα μπάνιο να φύγουν τ’ αλάτια και το χώμα, αποκοιμιόμουν στα δροσερά και μυρωδάτα σεντόνια μιξοκλαίγοντας γιατί άκουγα ακόμα τα παιδιά να παίζουν κάτω και ήθελα να πάω κι εγώ. Τη φωτογραφία με τις σαγιονάρες την τσίμπησα από δω.
Σήμερα είναι η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Θερινό ηλιοστάσιο. Από μικρό παιδί την περίμενα αυτή τη μέρα με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μια με λαχτάρα για τη μεγάλη καλοκαιριάτικη μέρα κι από την άλλη με θλίψη γιατί ήταν μια κορύφωση κι ένα όριο. Από δω και πέρα η μέρα αρχίζει ανεπαίσθητα να μικραίνει. Από μικρό παιδί αυτό το πράγμα το ταύτιζα με τη φθορά. Την ανθρώπινη φθορά. 21 Ιουνίου σήμερα. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Ακόμα την περιμένω με λαχτάρα και ταυτόχρονα θα ήθελα να μην έφτανε ποτέ
Οι εκλογές πέρασαν. Το καλοκαίρι ήρθε. Κι όσο κι αν θέλω να μείνω σοβαρή και ανεπηρέαστη δεν μπορώ. Μου κλείνει το μάτι, με τραβάει απ' το μανίκι. Οι διακοπές αργούν ακόμα αλλά ένα τσιπουράκι, μια μπυρίτσα, μια βόλτα με παρέα έχουν άλλη γλύκα απ' όταν κάνεις τα ίδια το χειμώνα. Και δεν ξέρω τι λέτε εσείς αλλά ξέρετε ποιά είναι η μεγαλύτερη χάρη του καλοκαιριού για μένα; Δεν χρειάζεσαι πάνω από 3 λεπτά για να ντυθείς.Καλοκαίρι λοιπόν και θυμήθηκα διάφορα τραγουδάκια καλοκαιρινά.
Νέο Κύμα και Καίτη Χωματά. Το λάτρευα αυτό το τραγούδι μικρή. Χαρμολύπη.
Δάκης, Γοργόνες και Μάγκες και "Τόσα καλοκαίρια". Ελληνικός κινηματογράφος. Σε κινηματογράφους β' προβολής της γειτονιάς μου, το "Δήμητρα", το "Μετροπόλιταν, τον "Απόλλωνα" και άλλα. "Σήμερον 2 έργα" και σπόρια.
"Εκείνο το καλοκαίρι" με το Λάκη Κομνηνό που στοίχειωνε τις εφηβικές μου σκέψειςκαι την κούκλα Έλενα Ναθαναήλ που ήθελα να της μοιάζω. Κλάμα που έρριξα....
Ο Thomas Fritsch είχε κάνει κατάληψη στα όνειρά μου πριν τον Κομνηνό. Ε ναι λοιπόν, κι εγώ ονειρευόμουν κάποια εποχή έναν ξανθό πρίγκηπα. Μετά μου πέρασε και το γύρισα στους μελαχροινούς. Σκέτους, χωρίς στέμα ή τίτλο.
Και μετά μεγάλωσα. Ήρθε ο Σαββόπουλος και το rock. μετά το New Wave, οι Clash και οι Cure, η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο. Άρχισα να φτύνω τον Σαββόπουλο αλλά το "Καλοκαίρι" του πόσο μου άρεσε!!! Και μόνον αυτούς τους στίχους να είχε μου έφτανε:
"...στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι καλοκαίρι λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι..."
Μεγάλωσα και γιαυτό φαίνεται ξέχασα την Άνναμπελ. Για σένα Mr Berlin. Και για μένα.
Όλο φωτογραφίες ανεβάζω τον τελευταίο καιρό. Δεν ξέρω γιατί. Στην τελευταία ανάρτηση δεν έβαλα ούτε λεζάντες όπως είπε και ο Γιάννης. Η εικόνα είναι πιο δυνατή και δεν χρειάζεται τα λόγια να την αποδυναμώνουν; Βαρέθηκα να γράφω; Η αλήθεια είναι πως έγραψα πολύ τον χειμώνα που πέρασε. Και εδώ και αλλού. Εγώ, που μέχρι πριν τρία χρόια δεν έγραφα ούτε αράδα, πεπεισμένη πως είμαι ανίκανη να εκφραστώ με γραπτό λόγο. Μπορεί να μην έχω πλέον τι να γράψω ή να σκέφτομαι πως αυτά που έχω δεν αφορούν κανένα. Τι να γράψω; Να γράψω για τις εκλογές; Μα θα γράψουν χιλιάδες άλλοι. Θα αναλύσουν τα αποτελέσματα, τους λόγους της επιτυχίας ή αποτυχίας ανάλογα από ποιά μεριά το βλέπει ο καθένας. Εμένα με στεναχώρησαν τα αποτελέσματα. Όχι γιατί δεν πήγε καλά αυτό που ψήφισα αλλά γιατί βλέπω αυτή την ακροδεξιά άνοδο. Έβλεπα προχτές το πρώτο μέρος του «1900» του Μπερτολούτσι. Το είχα δει μικρή και είχα σοκαριστεί. Από τότε δεν έτυχε να το ξαναδώ. Δεν ήξερα πως θα το έβλεπα μετά από πάνω από 30 χρόνια. Ωραία ταινία. Με ξανασόκαρε αλλά διαφορετικά. Συνειδητοποίησα πόσο μοιάζει το τώρα με το τότε. Όπου τότε η δεκαετία του ’30. Με τα ίδια ακριβώς λόγια δικαιολογούσαν και τότε οι φασίστες τις πράξεις τους. Η ίδια φτώχεια, αναταραχή και έλλειψη ελπίδας στην κοινωνία. Όταν την είδα όμως στα 16 μου χρόνια έβλεπα το ελπιδοφόρο μήνυμά της. Ήταν η ηλικία μου και η εποχή που υποσχόταν ελπίδα. Τώρα είδα πως η ιστορία κάνει κύκλους και σε ξαναφέρνει συχνά στο σημείο που νόμιζες πως δεν θα ξαναφτάσει ποτέ η κοινωνία. Κι όμως, νάτο, εδώ είναι.
Ξέρω πως αυτοί που ψήφισαν το ΛΑΟΣ ή τη Χρυσή Αυγή δεν είναι φασίστες. Όχι όλοι. Μπορεί να γίνουν στην πορεία αλλά όχι ακόμα. Φοβισμένοι άνθρωποι είναι οι περισσότεροι. Φοβούνται τον ξένο, τον διαφορετικό, τη φτώχεια τους ή το μαύρο μέλλον που βλέπουν να τους την έχει στημμένη στη γωνία Κι αυτές οι ιδεολογίες πατάνε πάνω στον φόβο, τον χειρίζονται και τον κάνουν όπλο στα χέρια τους. . Ή είναι πιτσιρικάδες που εκλαμβάνουν την ακροδεξιά νοοτροπία και πρακτική σαν επαναστατική. Ας πρόσεχε η αριστερά. Της κλέψαν τα συνθήματα και αυτή κοίταζε αλλού. Και δεν νομίζω πως θ’ αλλάξει κάτι αριστερά. Θα φαγωθούν για το ποιός φταίει και θα σπάσουν σε 1000 κομμάτια ο καθένας σίγουρος πως φταίνε οι άλλοι. Αφήνοντας το αυγό του φιδιού (άλλη καταπληκτική ταινία αυτή...) να μεγαλώνει. Πάλι απαισιόξα τα βλέπω τα πράγματα. Ελπίζω και εύχομαι να είμαι απλά απαισιόδοξη και η πραγματικότητα να με διαψεύσει. Το αλιεύω από το διαδίκτυο. Αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτεται σήμερα πολύς κόσμος. Αυτός το φωνάζει (και με κεφαλαία γράμματα), άλλοι απλά φοβούνται και ψηφίζουν. "ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΝΑΝ ΛΟΓΟ ΝΑ ΨΗΦΙΣΕΙΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ??? ΝΑ ΔΕΙΣ ΜΙΝΑΡΕΔΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΦΑΝΑΤΙΚΟΥΣ ΙΣΛΑΜΙΣΤΕΣ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ,ΑΡΑΠΗΔΕΣ ΝΑ ΨΗΦΙΖΟΥΝ ,ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΟΥΣ ΝΑ ΣΟΥ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ,ΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ"
Για φέτος τέλος. Αυτές ήταν οι τελευταίες γραπτές εξετάσεις. Της ζωής μου θέλω να ελπίζω αν και οι φίλοι που με ξέρουν δεν με πιστεύουν. Όλο και κάτι θα βρω να παιδεύομαι μετά απ' αυτό λένε... Για μια βδομάδα θα ξεχάσω βιβλία και βιβλιογραφίες και μαθήματα και εργασίες. Μετά θ' αρχίσω να μαζεύω βιβλιογραφία και υλικό για την τελική μεγάλη ευθεία. Δεν θα έχω όμως ξανά γραπτές εξετάσεις. Μ' αυτές ξεμπέρδεψα. Γιούπι!!!!!!
Για να πω τη μαύρη μου αλήθεια το σκέφτηκα κι εγώ. Να ρίξω ένα σιχτίρισμα και την άλλη Κυριακή να πάω για μπάνιο. Δεν μου βγαίνει όμως ρε γαμώτο. Δεν μου βγαίνει να μη συμμετέχω, έστω και μ' αυτόν τον ελάχιστο τρόπο που μου δίνεται, στον καθορισμό των εξελίξεων. Θα μου πει κάποιος, και πιθανόν να έχει τα δίκια του, πως τίποτε δεν επηρρεάζει η ψήφος μας. Μπορεί.... Αλλά κάτι τους δείχνει, μια τάση του κόσμου. Η αποχή δεν είμαι σίγουρη πως θα δώσει το σωστό μήνυμα. Χέστηκαν για το μήνυμα, αυτοί θα θεωρήσουν πως όσοι δεν πήγαν να ψηφίσουν δεν ενδιαφέρονται για το τι μέλλει γενέσθαι άρα τους φοράμε ό,τι γουστάρουμε, όποτε γουστάρουμε και με όποιον τρόπο. Θα πάω λοιπόν να ψηφίσω και δεν θα πάω για μπάνιο. Ή έστω θα πάω μετά. Που δεν θα πάω, γιατί ποτέ δεν πάω για μπάνιο εδώ γύρω. Είμαι καλομαθημένη με τη θάλασσα. Ή παντεσπάνι ή τίποτε.... Έτσι κι αλλιώς το καλοκαίρι ήρθε και μαζί του φέρνει και τις διακοπές. Καλά να είμαστε και μπάνια θα κάνουμε. Πάτε ρε παιδιά να ψηφίσετε. Ότι νομίζετε πως είναι το καλύτερο. Αλλά να πάμε, μη τους χαρίσουμε και το ελάχιστο προνόμιο που μας έχουν αφήσει ακόμα. Γιατί ποιός ξέρει; Μπορεί τελικά το μήνυμα της αποχής να είναι, πως δεν το χρειαζόμαστε τελικά αυτό το προνόμιο και να το πάρουν πίσω μιαν ωραία πρωία.
Btw, το χειρότερο είναι πως θα πρέπει ν' ακούω τη γκρίνια του 10χρονου γιού μου στην περίπτωση που δεν πάω να ψηφίσω. Περιμένει πως και τι να γίνει 18 για να πάει να ψηφίσει κι αυτός. Δεν μπορώ να τον απογοητεύσω. Μπορώ;
UPDATE Παίδες, όσοι συμφωνείτε, μπορείτε να "τσιμπήσετε" την αφισούλα και να την βάλετε μπανεράκι στα μπλογκ σας. Άλλωστε γιαυτό την έφτιαξα (πάνω σε μιαν ιδέα του Μπαλονιού) αλλά ξέχασα να σας το πω....
Με γοητεύουν οι ακάλυπτοι των πολυκατοικιών. Με γοητεύει η μιζέρια τους, τα παλιά μπαλκόνια που λειτουργούν σαν αποθήκες, η διάχυτη θλίψη και εγκατάλειψη που αναδίνουν την ώρα που σουρουπώνει. Μ' αρέσουν οι κάθετες γραμμές τους. Μου πλακώνουν την ψυχή αλλά με γοητεύουν. Ίσως γιατί πάντα, μα πάντα τα σπίτια που έζησα έβλεπαν σε κάποιον ακάλυπτο... Αν ήμουν φωτογράφος σίγουρα θα έκανα ένα μεγάλο θέμα μόνο με ακάλυπτους πολυκατοικιών. Ποιός ξέρει; Μπορεί κάποια στιγμή να το κάνω.
Αλλά με γοητεύουν και οι φλεγόμενοι ουρανοί, ακόμα πιο πολύ όταν το κάδρο τους είναι κεραίες, ταράτσες και απλωμένα ρούχα.
Οι ιστορίες θα συνεχιστούν άλλη φορά. Δεν στέρεψα αλλά δεν έχω όρεξη για λόγια. Μόνον φωτογραφίες λοιπόν...
Ευχαριστώ τον φίλο μου τον Niki, για το τραγούδι που ακούγεται
Έπιασε τόπο η γκρίνια. Δεν γκρίνιαζα μόνον εδώ πως θέλω μια γλυσίνα αλλά σε όλους τους φίλους μου. Μέχρι που χτες δύο φίλοι μου έφεραν μία. Μικρούλα και τρυφερούλα. Δεν είναι από φυτώριο αγορασμένη αλλά βρισκόταν στο σπίτι το πατρικό. "Έφυγαν" οι γονείς και έμειναν οι γλάστρες. Και μου έφεραν τη γλυσίνα να τη φροντίσω και να τη μεγαλώσω. Θα της αλλάξω γλάστρα και χώμα και θα την προσέχω ως κόρη οφθαλμού. Και ελπίζω να γίνει σαν τη γλυσίνα των απέναντι.
Δυο μέρες πριν φωτογράφιζα τα κατακόκκινα λουλούδια της "γλώσσας" ή "γλωσσοκοπάνας". Δεν ξέρω πως το λένε το φυτό. Έτσι το έλεγε η γιαγιά μου και είχε τρεις τέσσερις γλάστρες στο μπαλκόνι μας. Άνθιζαν όλες μαζί κι έπαιρνε το μπαλκόνι φωτιά. Όταν το βρήκα το φύτεψα, έτσι, για να θυμάμαι τη γιαγιά και τις φωτιές στο μπαλκόνι μας.
Βρήκα σκάνερ, σκανάρισα τις φωτογραφίες, τις πέρασα και λίγο από το photoshop για ένα μικρό lifting (είναι και ηλικιωμένες πλέον...) και ταρα ρα ραμ!!!! Ιδού. Ο χάρτης της πόλης. Πάνω του είναι σημειωμένες διαδρομές που έκανα, πλατείες, σπίτια γνωστών και φίλων, σημεία που είχαν ενδιαφέρον. Κάποια στιγμή πρέπει να τον ψηφιοποιήσω κι αυτόν γιατί διαλύεται σιγά σιγά...
Εδώ το Τείχος, εκεί το Τείχος, που είναι το Τείχος; Παντού ήταν το Τείχος, ακόμα και μέσα στις λίμνες. Η φωτογραφία με τους σταυρούς είναι στη δυτική μεριά. Οι σταυροί (κουνημένη η φωτογραφία αλλά σκέφτηκα πως δεν πειράζει να τη βάλω έστω κι έτσι...) θυμίζουν τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν προσπαθώντας να περάσουν στη δυτική μεριά. Οι δύο τουρίστριες είναι ανεβασμένες στις εξέδρες που είχαν κάνει οι δυτικοί για να μπορούν να βλέπουν τη μιζέρια των απέναντι. Στην άλλη μεριά συρματοπλέγματα, σκυλιά, τανκς, φυλάκια και εγκαταλειμένα κτίρια έτσι ώστε να μην μπορούν να δουν οι ανατολικοί τον δυτικό παράδεισο.
Πάντως όπου δεν φαινόταν το ντουβάρι μπορούσε το τοπίο να είναι ειδυλιακό. Η μικρή σε παγκάκι με τη Βέτα και το πολύχρωμο ταγάρι μου. Και σε ειδυλιακές στιγμές, παίζοντας στο γκαζόν με το γιο της Βέτας που πλέον θα είναι άντρας με παιδιά πιθανόν.
Η ανατολική μεριά ετοιμαζόταν να γιορτάσει. Στολιζόταν με κόκκινα λάβαρα, ο Ρώσος στρατιώτης κοιτούσε περήφανος από το ύψος του, στο βάθος ο πύργος στην Αλεξάντερπλατς. Το στρατιωτικό τζιπάκι το πέτυχα στο δυτικό μέρος. Η πόλη ήταν χωρισμένη σε τομείς. Ρώσικος, αμερικάνικος, αγγλικός και γερμανικός. Σε κάθε τομέα κυκλοφορούσαν τέτοια τζιπάκια με τα χαρακτηριστικά της χώρας στην οποία "ανήκε" το κομμάτι. Τώρα καταλαβαίνετε γιατί μ' έπιασε υστερία και αποφάσισα να κυρήξω το πλακάκι στο σταθμό δικό μου territory...
Με τα χίπικα ρούχα μου κρύβομαι σ' ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος με τα ζώα. Εννοώ τον ζωολογικό κήπο που είχαμε επισκεφτεί στο Βερολίνο και ήταν ο πρώτος τέτοιου είδους που είχα δει στη ζωή μου. Μέχρι τότε είχα δει μόνον αυτούς που είχαν τα ζώα σε κλουβιά 2Χ2. Εκεί κυκλοφορούσαν ελεύθερα τα περισσότερα. Καλά, δεν μιλάω για ελέφαντες και τίγρεις αλλά για ζαρκάδια και άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Αυτό είναι το φωτογραφικό Βερολίνο 26 χρόνια πριν. Ελπίζω κάποια στιγμή να καταφέρω να φωτογραφίσω και το Βερολίνα του 21ου αιώνα.
Update: Ήθελα μια μουσική να συνοδεύει τις φωτογραφίες. Σκέφτηκα διάφορες και τις απέρριπτα μία μία. Η μόνη που ταίριαξε στο μυαλό μου ήταν το τραγούδι του Μικρούτσικου για τον Μπέρτολτ Μπρέχτ. Οι στίχοι παρακάτω, στα γερμανικά, είναι η συνεισφορά του Mr Berlin στην ανάρτηση.
Ich, Bertolt Brecht, bin aus den schwarzen Wäldern. Meine Mutter trug mich in die Städte hinein, Als ich in ihrem Leibe lag. Und die Kälte der Wälder Wird in mir bis zu meinem Absterben sein.
In der Asphaltstadt bin ich daheim. Von allem Anfang Versehen mit jedem Sterbsakrament: Mit Zeitungen. Und Tabak. Und Branntwein. Misstrauisch und faul und zufrieden am Ende.
Ich bin zu den Leuten freundlich. Ich setze Einen steifen Hut auf nach ihrem Brauch. Ich sage: es sind ganz besonders riechende Tiere, Und ich sage: es macht nichts, ich bin es auch.
Από το Παρίσι δεν θυμάμαι τι ώρα ξεκινήσαμε για το Βερολίνο. Σίγουρα μεγάλο μέρος του ταξιδιού το κάναμε βράδυ, γιατί θυμάμαι ξύπνησα κάποια στιγμή, έρριξα μια ματιά από το παράθυρο και κάποιος μου είπε «Είμαστε στην Κολωνία». Έτσι έχασα ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού που ήταν μέσα στην, τότε, Αν. Γερμανία και που έκανα –παθαίνοντας σοκ- όταν έφευγα από το Βερολίνο με κατεύθυνση τη Βιέννη. Αλλά με τη σειρά τους όλα.
Φτάσαμε λοιπόν με το φως της μέρας στο Βερολίνο. Στο σταθμό μας περίμενε η Βέτα μαζί με τον Χάϊνεμου (έτσι τον έλεγε η Βέτα τον άντρα της. Χάϊνε ήταν τ’ όνομά του αλλά έβαζε και το μου κολλητά, όποτε αναφερόταν σ’ αυτόν) και τα δύο παιδιά τους. Είχε πέσει συνεννόηση, πριν ακόμα φύγουμε από τη Θεσσαλονίκη, έτσι ώστε να μας φιλοξενήσει εκείνη στο Βερολίνο. Εκτός από τη Βέτα η αδελφή μου είχε ακόμα έναν γνωστό στο Βερολίνο, που σπούδαζε τότε βιολοντσέλο, το Δημήτρη. Ήξερα κι εγώ δύο γερμανίδες που είχα γνωρίσει σε διακοπές και είχα τις διευθύνσεις τους. Μια χαρά λοιπόν, από παρέα και σπίτια πλήρεις...
Πήγαμε λοιπόν στο σπίτι της Βέτας, τα πιτσιρίκια προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιές είμαστε και γιατί πήγαμε στο σπίτι τους και ο Χάϊνεμου δεν ήξερε λέξη ελληνικά, όπως εμείς δεν ξέραμε λέξη γερμανικά. Μόνον η Βέτα ήταν χαρούμενη που μας έβλεπε.
Είπαμε τα βασικά και μετά η μικρή άρχισε τα τηλέφωνα. Συνεννοήθηκε με το Δημήτρη να βρεθούμε το βράδυ. «Τι ώρα θα βρεθείτε;» ρώτησε η Βέτα «στις 10 το βράδυ» απαντήσαμε «έχουμε ραντεβού στο Zoo». Γούρλωσαν όλοι μαζί τα μάτια τους «Μα είναι πολύ αργά» είπαν, «τι θα κάνετε έξω τέτοια ώρα;» κι εμείς από την άλλη δεν καταλαβαίναμε πως μπορεί να είναι αργά, αφού εμείς στις Ελλάδα δεν βγαίναμε ποτέ πριν τις 10. Πολιτισμικό χάσμα. Τι σκατά έλεγαν όλοι πως το Βερολίνο είναι η μοναδική γερμανική πόλη που δεν κοιμάται ποτέ; Επέμεναν να μας πάνε αυτοί με τ’ αυτοκίνητο και στο τέλος το δεχτήκαμε. Ο Χάϊνεμου μας κοίταζε σαν να έβλεπε εξωγήινες και μάλλον δεν χάρηκε για τη γνωριμία.
Μας ξεφόρτωσαν στο Zoo και φύγανε. Η Βέτα μόνο που δεν μας σταύρωσε πριν μας αφήσει στο πεζοδρόμιο. Τη στήσαμε λοιπόν να περιμένουμε το Δημήτρη ο οποίος μας έστησε. Κι άρχισαν τα όργανα. Περνούσαν κάθε τόσο κάτι τύποι και κάτι μας έλεγαν. Εμείς που δεν ξέραμε λέξη γερμανικά δεν καταλαβαίναμε αλλά στο τέλος έγινε ενοχλητικό αυτό. Μα έκαναν καμάκι και οι γερμανοί; Εμείς στα νησιά δεν τους είχαμε κόψει για καμακιάρικα λιγούρια. Για να περάσει λίγο η ώρα και να γλυτώσουμε από τους τύπους που μας έλεγαν τ’ ακαταλαβίστικα, αρχίσαμε να κόβουμε βόλτες στο πεζοδρόμιο. Είχε πολλά μαγαζιά και όλα φωτισμένα. Τι σκατά; Είπαμε η πόλη που δεν κοιμάται αλλά ποτέ δεν έκλειναν τα μαγαζιά; Περάσαμε το πρώτο, το δεύτερο και μετά καταλάβαμε τι μαγαζιά ήταν... Peepshow, sexshopκαι μπουρδέλα!!!Κι εμείς κόβαμε βόλτες –οι αμέριμνες τουρίστριες- και είχαμε δώσει ραντεβού εκεί με το Δημήτρη. Άλλος κι αυτός πάλι, που διάλεξε το Zoo για να μας στήσει... Και φυσικά αυτά που μας έλεγαν οι τύποι δεν ήταν καμάκι αλλά μας ρωτούσαν «πόσο πάει;». Φαντάζομαι θεώρησαν πως είμασταν newentries στην πιάτσα. Κάποια στιγμή έφτασε ο αργοπορημένος Δημήτρης, ζήτησε συγγνώμη για το στήσιμο και δεν θυμάμαι που πήγαμε. Πάντως γυρίσαμε στο σπίτι κατά τις δύο. Μετά από κανά δυο φορές που γυρίσαμε τέτοια ώρα το βράδυ, ο γιος της Βέτας τη ρώτησε αν είμαστε κλέφτες!!! Στο μυαλό του πιτσιρικά δεν μπορούσαμε να είμαστε κάτι άλλο αφού γυρνούσαμε χαράματα...
Νόμιζα πως ο Δημήτρης ήταν ο μόνος γνωστός της μικρής στην πόλη αλλά έκανα λάθος. Ένα βράδυ που πήγαμε να πάρουμε το μετρό για να γυρίσουμε στο σπίτι είδαμε από μακρυά να περιμένουν στην πλατφόρμα κάτι πανκιά. Με πράσινες και κόκκινες μοϊκάνες και όλα τα συμπούρμπουλα. Καρφιά, παραμάνες κλπ. Ωχ, σκέφτηκα, γερμανοπανκιά κι εμείς χαζές ελληνίδες. Θα μας δουν έτσι όπως είμαστε (εμένα σαν χίπισσα και τη μικρή κυριλέ ατημέλητη αλλά εξαιρετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες και με ακριβά ρούχα) και θα μας κάνουν κιμά. Ψιλοχέστηκα μάλιστα, όταν είδα τον έναν να έρχεται κατά πάνω μας. Αυτός όμως, άρχισε τις αγκαλιές και τα φιλιά με τη μικρή!!! Ήταν πανκιά από Θεσσαλονίκη σε βόλτα στο Βερολίνο. Η μικρή τους ήξερε, αντάλλαξαν τηλέφωνο και την άλλη μέρα συναντηθήκαμε. Η πιο αστεία βραδυά απ’ όλες (τρομάρα μας). Εγώ, η μικρή, ο Δημήτρης που σπούδαζε όπως είπα κλασική μουσική και είχε την πιο συμβατική φάτσα από τους τρεις μας και τα δυο πανκιά. Μια παρέα ταιριαστή όσο να πεις. Πήγαμε σ’ ένα μπαράκι που έμοιαζε με τα δικά μας μπαράκια και μας κοίταζαν οι γερμανοί σαν ούφο. Δεν ήταν μέρος να συχνάζουν πανκιά αλλά και τα πανκιά καθόλου δεν το ευχαριστήθηκαν. Τέλεια περάσαμε (χα, χα...). Άπαιχτες οι ιδέες της μικρής ν’ανακατεύει άσχετους ανθρώπους και άγνωστους μεταξύ τους. Τη λήξαμε γρήγορα τη βραδυά όμως, γιατί ο Δημήτρης δεν άντεχε με τα πανκιά, εγώ τους είχα βαρεθεί όλους και γύρισα στο σπίτι, τα πανκιά δεν άντεχαν εμάς και το μαγαζί και η μικρή συνέχισε με τα πανκιά και γύρισε στις 4 το πρωί με αποτέλεσμα να της βάλει χέρι η Βέτα. Γύρισε λίγο φρικαρισμένη η μικρή από τη βραδυά με τους μοϊκάνους γιατί μάλλον σε κάτι μαλακίες έμπλεξε εκείνο το βράδυ αλλά το καλό ήταν πως δεν τους ξανασυνάντησε και δεν μου τους ξαναφόρτωσε. Έτσι κι αλλιώς θα έφευγε την μεθεπόμενη. Το δικό της ταξίδι τελείωνε σ’ αυτό το σημείο. Εγώ θα έμενα δυο τρεις μέρες παραπάνω και μετά θα πήγαινα στη Βουδαπέστη μέσω Βιέννης να βρω τον καλό μου.
Δεν βγαίναμε όμως μόνο τα βράδυα στην πόλη. Τα πρωινά κάναμε βόλτες στην πόλη. Η Βέτα έμενε σχετικά κοντά στο Tiergarten(Göebenstr νομίζω, ή τουλάχιστον αυτό έχω σημειωμένο στο χάρτη που έχω φυλάξει απο τότε) και ήταν εύκολο να βρεθούμε στο κέντρο, να πάμε στις λίμνες και στον Ζωολογικό κήπο, να κάνουμε βόλτες στην Kudammκαι να πέφτουμε πάντα πάνω στο Τείχος. Αυτή ήταν η κυριότερη αίσθηση που μου έμεινε από το Βερολίνο του ’83. Πως ακόμα κι αν νόμιζες πως βγήκες από την πόλη ήσουν εντός των τειχών. Ακόμα και μέσα στις λίμνες υπήρχαν ταμπέλες που όριζαν ποιο κομμάτι της λίμνης ανήκει σε ποιόν. Εκεί που μου βγήκε υστερία ήταν όταν πήγαμε τη μικρή στο σταθμό των τρένων για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Θέλησα ν’ ανέβω μαζί της στην αποβάθρα για να τη χαιρετήσω αλλά μου είπαν πως έπρεπε να πληρώσω einmark για να το κάνω. Κι όταν ρώτησα γιατί, μου απάντησαν πως οι αποβάθρες ανήκαν στην Αν. Γερμανία και ήταν σαν ένα είδος βίζα το ένα μάρκο. Το υπόλοιπο μέρος του σταθμού ανήκε στη Δυτ. Γερμανία και μπορούσες να βρίσκεσαι εκεί τσάμπα. Δεν το πλήρωσα κι άφησα τη μικρή ν’ ανέβει μόνη της. Και μετά πάτησα ένα από τα πλακάκια που είχε το πάτωμα στο σταθμό κι έλεγα στοΔημήτρη (αυτός ήταν νομίζω μαζί μας) πως είναι δικό μου territory και απαγορεύω στον οποιονδήποτε να το πατάει χωρίς την άδειά μου. Μετά από μερικές μέρες στην πόλη ένιωσα να πνίγομαι από το ντουβάρι που την περιέκλειε. Όταν γύρισα στην Ελλάδα και τύπωσα τις φωτογραφίες, συνειδητοποίησα πως σχεδόν όλες ήταν φωτογραφίες του Τείχους. Βρήκε την ώρα όμως να τα φτύσει το σκάνερ μου και δεν μπορώ να τις σκανάρω και να τις δημοσιεύσω τώρα. Θα το κάνω όμως γιατί, παρόλο που δεν είναι της προκοπής, δίνουν την αίσθηση που είχα για την πόλη.
Έφυγε η μικρή λοιπόν κι εγώ αποφάσισα να κάνω ένα πέρασμα στο ανατολικό κομμάτι της πόλης, που ενώ ήταν μια στάση με το μετρό μου φαινόταν πως ήταν ταξίδι σε άλλη χώρα. Περίμενα όμως να φύγει πρώτα η μικρή γιατί εκείνη δεν την ενδιέφερε καθόλου αυτή η βόλτα. Η αδελφή μου ποτέ δεν υπήρξε έστω και στο ελάχιστο πολιτικοποιημένη σε αντίθεση με μένα. Δεν είχε λοιπόν κανένα ενδιαφέρον για το Αν. Βερολίνο. Σηκώθηκα λοιπόν ένα πρωί, έβαλα τις μωβ κάλτσες και τις μωβ εσπαντρίγιες που είχα αγοράσει στο Παρίσι, φορτώθηκα το πολύχρωμο ταγάρι μου και κίνησα για την Friedrichstrasse, που ήταν το πιο γνωστό checkpoint. Πέντε λεπτά για να φτάσω εκεί και μισή ώρα για να βγω από το σταθμό. Έπρεπε να περάσω από έλεγχο διαβατηρίου, να πληρώσω για βίζα και ν’ αλλάξω, υποχρεωτικά, 25 δυτικά μάρκα σε 25 ανατολικά ενώ στην αγορά η ισοτιμία ήταν εντελώς διαφορετική. Έξυπνοι οι DDRίκοι. Ένα προς ένα η αλλαγή. Δεν γαμιέται, σκέφτηκα, κάπου θα τα φάω τα χρήματα. Στο Δυτ. Βερολίνο τα 25 μάρκα δεν ήταν τίποτε, τρώγονταν πολύ εύκολα. Μου είχαν πει πως η άλλη μεριά είχε φτηνούς δίσκους κλασικής μουσικής και βιβλία. Τα βιβλία απορρίφθηκαν διότι ούτε ήξερα, ούτε ήθελα να μάθω γερμανικά κι έμεναν οι δίσκοι. Μόνο που σε κανα δυο μαγαζιά που μπήκα, δεν βρήκα τίποτε.
Ήταν μερικές μέρες πριν την Πρωτομαγιά και η πόλη ήταν στολισμένη. Κόκκινες σημαίες παντού και τεράστια πανώ με τον Μαρξ και τον Λένιν που κάλυπταν προσόψεις κεντρικών κτιρίων. Ετοιμάζονταν για τις εκδηλώσεις της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Εντυπωσιάστηκα κι εγώ γιατί ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν ανάμεσα σε τόσα σφυροδρέπανα και κόκκινα λάβαρα. Και παρ’ όλο που δεν ήμουν θαυμάστρια του υπαρκτού σοσιαλισμού τύπου Ε.Σ.Σ.Δ. ομολογώ πως συγκινήθηκα. Με προσγείωσαν στην πραγματικότητα τα Trabantκαι τα Wartbourgπου πέρναγαν δίπλα μου αφήνοντας πίσω τους μαύρα ντουμάνια από τις εξατμίσεις τους. Οι DDRίκοι είχαν κρατήσει το πιο όμορφο κομμάτι της πόλης αλλά ήταν εντελώς παρατημένο. Κι ενώ το δυτικό κομμάτι έσφυζε από ζωή στο ανατολικό, μέρα μεσημέρι, η κίνηση ήταν περιορισμένη. Και το χειρότερο; Δεν ήξερα που σκατά να ξοδέψω τα 25 μάρκα που είχα και που έπρεπε να να ξοδέψω γιατί δεν θα μου τα άλλαζαν σε δυτικά όταν επέστρεφα. Κάποια στιγμή είδα έναν τύπο να τρώει ένα παγωτό κι αποφάσισα να πάρω κι εγώ ένα. Σκέφτηκα να πάρω το μεγαλύτερο που θα μπορούσε να μου βάλει κι έτσι να ξοδέψω σίγουρα 4-5 μάρκα. Τουλάχιστον κάπου τόσο θα κόστιζε στο Δυτικό. Μπήκα στο παγωτατζίδικο, μου έβαλε το μεγαλύτερο παγωτό που μπορούσε και μου ζήτησε ένα μάρκο! Τι θα έκανα τα υπόλοιπα 24; Η ώρα περνούσε, σε λίγο θα έπρεπε να γυρίσω πίσω και δεν υπήρχε τίποτε ν’ αγοράσω. Στο τέλος πήρα ένα κάτι σαν σάντουιτς και περνώντας μπροστά από ένα μαγαζάκι που πουλούσε κεριά, μπήκα μέσα και έκανα όλα τα χρήματα ...κεριά. Όλα τα χρώματα και τα σχήματα που είχε. Πάντως με ανατολικογερμανικά μάρκα δεν γύρισα πίσω. Χάρισα ένα-δυο κεριά στη Βέτα και τα υπόλοιπα τα φορτώθηκα και τα πήγα βόλτα στην κεντρική Ευρώπη μέχρι να φτάσουν κάποια στιγμή στο φοιτητικό μου σπίτι στην Πάτρα.
Συνάντησα και μια-δυο φορές τις γερμανίδες που είχα γνωρίσει σε διακοπές στην Ελλάδα. Τη μια φορά από τις δύο ή τρεις που συναντηθήκαμε συνολικά βγήκαμε για φαγητό με κάτι φίλους τους. Πήγαμε σ’ ένα μαγαζί που μου είπαν πως είχε καλό φαγητό και στο οποίο εγώ πήρα μια μπύρα, προφασιζόμενη πως δεν πεινάω, γιατί δεν είχα και πολλά χρήματα. Είμασταν 7-8 άτομα, παράγγειλε ο καθένας αυτό που ήθελε κι εγώ έπιασα την κουβέντα με τον διπλανό μου που με ρωτούσε τι διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γερμανία, στους Έλληνες και στους Γερμανούς. Δεν θυμάμαι τι έλεγα αλλά το κατάλαβε όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουμε. Ο τύπος που μας σέρβιρε -και τελικά ιδιοκτήτης του μαγαζιού- ήταν ένας μελαχροινός κούκλος, εμφανώς μη Γερμανός. Κάποια στιγμή –δεν θυμάμαι πως- κατάλαβε πως είμαι ελληνίδα και μέσα στην τρελή χαρά άρχισε να μου μιλάει ελληνικά. Ήταν Αιγύπτιος αλλά όπως μου είπε είχε ζήσει έξι χρόνια στην Ελλάδα πριν βρεθεί στη Γερμανία, και είχε μάθει τη γλώσσα μας. Την ώρα της πληρωμής, ο καθένας έλεγε τι πήρε, πλήρωνε και ο μελαχροινός κούκλος περνούσε στον επόμενο. Όταν έφτασε η σειρά μου μου είπε πως ό,τι πήρα ήταν κερασμένιο απ’ αυτόν. Τον ευχαρίστησα και πέρασε στον επόμενο. Ο τύπος που συζητούσαμε για τις διαφορές με ρώτησε γιατί δεν πλήρωσα. Του εξήγησα και ήταν αδύνατο να το καταλάβει. Αυτόν, μου είπε, δεν θα το κέρναγε ένας Γερμανός αν τον πετύχαινε να έχει μαγαζί στην Κρήτη. «Ε, αυτή είναι η διαφορά μας» του είπα. Το κατάλαβε; Δεν το κατάλαβε; Θα σας γελάσω...
Πριν φύγω από την πόλη, συνεννοήθηκα με το Δημήτρη να με φιλοξενήσουν στη Βιέννη, που θα έφτανα κατά τις 10 το βράδυ ενώ το τρένο για Βουδαπέστη θα έφυγε την άλλη μέρα το απόγευμα, κάτι φίλοι του που σπούδαζαν εκεί μουσική. Έγιναν οι συνεννοήσεις, είπα πως είμαι και τι θα φόραγα, μου περιέγραψε και ο Δημήτρης το Βασίλη που θα ερχόταν να με υποδεχτεί και μιαν ωραία πρωία, αποχαιρέτησα το Βερολίνο και το Τείχος του και μπήκα στο τρένο για τη Βιέννη. Το Τείχος νόμισα πως το αποχαιρέτησα, διότι μέχρι να βγούμε από την Αν. Γερμανία το τείχος υπήρχε παράλληλα με τη σιδηροδρομική γραμμή. Κι όχι μόνο το ντουβάρι αλλά και κάτι μπαλέτες με τεράστια καρφιά πάνω τους και άσπρο χώμα που φαινόταν και μυρμήγκι αν έκοβε βόλτες πάνω του. Σκιάχτηκα γιατί αυτό δεν το είχα δει ερχόμενη στο Βερολίνο. Όταν βγήκαμε από τη χώρα, έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Και ήρθε ένας πανικός. Διότι καλά συνεννοήθηκα να με περιμένει ο Βασίλης που δεν τον ήξερα. Σε περίπτωση που αργούσε ή δεν βρισκόμασταν για κάποιο λόγο, δεν είχα ζητήσει από το Δημήτρη ούτε διεύθυνση, ούτε τηλέφωνο. Τόσο βλήμα!!!! Ηρέμησα λίγο όταν σκέφτηκα πως ακόμα κι αν δεν βρεθούμε μπορώ να πάρω ένα οποιοδήποτε τρένο που να πηγαίνει κάπου –μόνο για να κοιμηθώ το βράδυ- και μετά να ξαναγυρίσω στη Βιέννη. Να κλειδώσω τα πράγματα στο σταθμό, να κάνω βόλτες στην πόλη μέχρι το απόγευμα και μετά να πάρω το τρένο για τη Βουδαπέστη. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε γιατί όλα πήγαν καλά και ο Βασίλης με περίμενε στο σταθμό, αναγνωριστήκαμε και πήγαμε στο σπίτι που έμενε με άλλους δύο φίλους του, μουσικούς επίσης, και το οποίο σπίτι ήταν ένα από τα πιο τρελά σπίτια που έχω συναντήσει. Ηταν 30 Απριλίου 1983 και το βράδυ που πέρασα στη Βιέννη όπως και οι μέρες στη Βουδαπέστη σε άλλο ποστ. Αυτό βγήκε τεράστιο αλλά είπα να μη το κόψω στη μέση.
Θα ψάξω και σκάνερ για ν’ ανεβάσω τις φωτογραφίες του Βερολίνου όπως το είδα πριν από 26 χρόνια…
Ακόμα από το τρένο άρχισα να χαίρομαι με το πράσινο έξω από το παράθυρο. Με το που φτάσαμε, ο παππούς είχε στήσει τη μπασκέτα και τα εγγόνια άρχισαν να παίζουν. Με νικητή πάντα τον μεγάλο και ψηλότερο. Αλλά κι ο μικρός δεν το έβαζε κάτω. Το πάλευε...
Πήρα τη μηχανή κι άρχισα να φωτογραφίζω τα δέντρα και τα λουλούδια. Ο κήπος ήταν χαρά θεού. Τα λουλούδια είναι τόσο εφήμερα. Θα χάνονταν σε λίγες μέρες. Πρώτα η μηλιά και μετά η κυδωνιά.Παραδίπλα άνθιζε μια κατακκόκινη νεραγκούλα. Και κάτι κατακίτρινοι πανσέδες που μετά τσαλαπατήθηκαν από τη μπάλα των παιδιών. Τι να κάνουμε; Θυσιάστηκαν στη χαρά τους.
Μετά έκανα μια βόλτα από την κερασιά. Την έχω δει πολλές φορές ανθισμένη αλλά ποτέ δεν κατάφερα να φάω τα κεράσια της. Η μάνα μου λέει πως κάνει λίγα αλλά πολύ νόστιμα. Τι να κάνω όμως; Δεν είναι ούτε πασχαλιάτικο ούτε καλοκαιρινό φρούτο τα κεράσια. Και μ' αρέσουν τόσο....Και μετά φωτογράφισα έναν "κλέφτη". Όταν ήμουν μικρή το φοβόμουν αυτό το λουλούδι (;). Δεν μπορούσε τίποτε και κανένας να με πείσουν πως είναι φυτό και όχι ζουζούνι και μάλιστα δηλητηριώδες!!!!
Έκανα μια βόλτα στη θάλασσα μ' ένα φίλο απ' τα παλιά. Βρεθήκαμε, μετά από χρόνια που ψάχναμε ο ένας τον άλλο, μέσα από το ίντερνετ. Ήρθε να με δει και χάρηκα πάρα πολύ. Δεν θα ξαναχαθούμε από δω και πέρα....Αυτή τη φορά, στη βόλτα, είχαμε και τα παιδιά μας. Τοπίο στην ομίχλη η παραλία. Γεμάτη από ανθισμένα αλμυρίκια που είμαι πανέμορφα με τα ροζ λουλουδάκια τους. Ένα πλοίο στο βάθος αχνοφαίνεται. Τα πιτσιρίκια παίζουν με την ευκολία που κάνουν παρέα στην ηλικία τους. Την άλλη μέρα κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Για δουλειές και για την αγαπημένη μου βόλτα, μόνη στην πόλη. Πάλι ένα τοπίο στην ομίχλη αλλά η Θεσσαλονίκη έτσι μ' αρέσει. Γκρίζα. Ο φάρος στην άκρη του λιμανιού της. Άλλα πλοία αχνοφαίνονται στο δικό της ορίζοντα.
Οι δρόμοι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης μ' αρέσουν γιατί είναι πράσινοι. Τα πεζοδρόμια στο κέντρο (αλλά και σ' αρκετά σημεία πιο μακρυά από το κέντρο) τα σκιάζουν μεγάλα δέντρα. Ήπια καφέ σ' ένα μικρό καφέ, ενώ είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Δεν είχα ομπρέλα μαζί μου αλλά σιγά.... Δεν είμαι κι από ζάχαρη για να λιώσω. Τελικά το ψιλόβροχο σταμάτησε γρήγορα. Ήπια ρακές με δύο φίλους και μετά πήρα το ΚΤΕΛ για να γυρίσω. Όταν έφτασα στη διασταύρωση, τα φανάρια έλαμπαν κόκκινα κάτω από το σκοτεινιασμένο ουρανό και τα φώτα του δρόμου είχαν ανάψει...
Τα λουλούδια που φωτογράφισα την πρώτη μέρα δεν υπήρχαν μετά από μια βδομάδα. Η κερασιά δεν είχε ούτε ένα λουλουδάκι. Η μηλιά μόνον ήταν ακόμα φορτωμένη. Έσκασε όμως μύτη η πρώτη μωβ ίριδα. Οι άσπρες είχαν ήδη ανθίσει. Μια μωβ ίριδα ανθισμένη και μια ακόμα ντροπαλή, μέσα στο πράσινο ράσο της, έτοιμη να βγει στον κόσμο κι αυτή. Παραδίπλα, στη συκιά έδεσαν τα σύκα. Θα προλάβω να τα δοκιμάσω μιας και η συκιά είναι δίφορη. Προλαβαίνω τα δεύτερα, που είναι το ίδιο μεγάλα και νόστιμα όπως τα πρώτα. Ανάμεσα στα τριφύλλια, κίτρινα αγριολούλουδα και μια πασχαλιά να μοσχοβολάει. Με πασχαλιές ήταν γεμάτο το πατρικό του μπαμπά και κάθε Πάσχα πηγαίναμε και κόβαμε αγκαλιές λουλούδια. Μέχρι που πέθανε η γιαγιά και ερήμωσε το σπίτι που μετά δόθηκε αντιπαροχή, οι πασχαλιές από τον κήπο της σηματοδοτούσαν το Πάσχα. Και για την καταστροφή τους λυπήθηκα περισσότερο απ' όλα όταν το σπίτι γκρεμίστηκε.
Οι νεραγκούλες ήταν όλες ανθισμένες και κατακόκκινες, η κληματαριά πετούσε καινούρια φύλλα από παντού. Τα τριαντάφυλλα δεν είχαν ανθίσει ακόμα. Ανάμεσα όμως στα άλλα φυτά, ανακάλυψα τα τριανταφυλλάκια-νάνους της μαμάς. Ήταν ανθισμένα και υπέροχα.... Την άλλη μέρα φύγαμε. Πίσω στο σπίτι μας με περιπέτειες αφού για δεύτερη φορά στη ζωή μου έχασα τρένο. Ουδέν κακόν αμιγές καλού όμως. Είχαμε τέσσερις ώρες για βόλτα στην πόλη με τον μικρό, που ψόφησε στο περπάτημα αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε μια στιγμή.Περπατήσαμε, φάγαμε, αγοράσαμε βιβλία, κάναμε βόλτα στη θάλασσα. Τον κήπο θα τον ξαναβρώ το καλοκαίρι. Τυχερή είμαι που υπάρχει, έστω και για λίγο. Φωτογραφίες από κατσίκια, αρνιά και κοκορέτσια δεν έχει το Πάσχα μου. Έτσι κι αλλιώς δεν σουβλίζουμε στο σπίτι μου. Το κατσικάκι ψήνεται στο φούρνο. Κι εγώ δεν τρώω τα πασχαλινά εδέσματα παρά μόνον τα τσουρέκια, τ' αυγά και μπόλικη πράσινη σαλάτα.
Δεν επέστρεψα ακόμα αλλά μιας και το μανιτάρι με έκραξε, ορίστε και η συνέχεια του ταξιδιού. Αύριο τελειώνουν οι εξοχές, τα λουλουδάκια και οι ευωδιές και γυρνάμε στο άστυ. Τα κεφάλια μέσα...
Παρίσι!! Ήταν η πρώτη φορά που είδα το Παρίσι (αλλά και η τελευταία). Για μένα λέω, όχι για την ταινία με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Φτάσαμε πρωί σ’ έναν από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς του Παρισιού αλλά και να με βασανίσετε αποκλείεται να θυμηθώ ακριβώς σε ποιον. Ίσως το Γκαρ ντυ Νορντ... Μετά πάντως κάνοντας βόλτες πέρασα από κανά δυο απ’ αυτούς που ήταν πολύ όμορφοι. Καμμία σχέση με το σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης ή ακόμα χειρότερα της Αθήνας. Πήραμε τηλέφωνο τον Αλέξη που θα μας φιλοξενούσε και ευτυχώς αυτή τη φορά κάποιος το σήκωσε, όχι σαν τα χαίρια μας στην Grenoble. Ο Αλέξης ήταν γνωστός της αδελφής μου, εγώ πρώτη φορά θα τον έβλεπα αλλά δεν μ’ ένοιαζε ιδιαίτερα. Το σημαντικό ήταν πως μπορούσαμε να μείνουμε στο σπίτι του και να κοιμηθούμε επιτέλους σε κρεβάτι μετά από τόσες μέρες ύπνου σε τρένο. Μας έδωσε οδηγίες και ρωτώντας και λίγο σε όσα γαλλικά μπορούσα ν’ ανασύρω από τη μνήμη μου και όσα αγγλικά καταλάβαιναν οι γάλλοι, φτάσαμε στο Port Royal. Ωραία γειτονιά, δίπλα στους κήπους του Λουξεμβούργου. Ωραίο και το σπίτι του Αλέξη. Ο οποίος μας είπε πως το βράδυ θα πήγαινε να μείνει στο σπίτι της καλής του οπότε το σπίτι του θα ήταν για πάρτη μας όσο θα μέναμε. Πολύ καλή ξήγα. Ξεπεζέψαμε και βγήκαμε για βόλτα στους γύρω δρόμους –παρέα με τον Αλέξη- για να χαζέψουμε τη γειτονιά και τη λαϊκή αγορά που γινόταν εκεί, μιας και ο Αλέξης μας συμβούλεψε να ψωνίσουμε από κει που ήταν φτηνότερα, έτσι ώστε να έχουμε να τρώμε όλη τη βδομάδα που θα μέναμε στο σπίτι του. Με εντυπωσίασε η λαϊκή αγορά λοιπόν! Καμμία σχέση με ό,τι ήξερα από τις λαϊκές στην Ελλάδα. Υπήρχαν τα πάντα από φρούτα και ζαρζαβατικά αλλά καλοταχτοποιημένα στους πάγκους, στολισμένα και οι μανάβηδες δεν γκάριζαν για να πουλήσουν την πραμάτεια τους ούτε οι πελάτες γκάριζαν και παζάρευαν για καλύτερες τιμές. Ψωνίσαμε διάφορα που δεν τα θυμάμαι αλλά θυμάμαι αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση. Παντζάρια, αλλά χωρίς φύλλα, τεράστια και βρασμένα. Έτοιμα!!!! Ούτε θυμάμαι πόσα πήραμε, πάντως αρκετά για να κρατήσουν όλες τις μέρες που θα μέναμε εκεί μιας κι εγώ λατρεύω τα παντζάρια. Το βράδυ μας ξενάγησε λίγο ο Αλέξης, πήγαμε και σε μια μπυραρία με παραδοσιακό (όπως μας είπε) μεζέ. Τσιπς και μύδια αχνιστά. Δεν ήταν και φτηνά για τα πενιχρά οικονομικά μας αλλά είμαστε large τύποι εμείς. Είχαμε εφόδια στο σπίτι, λιγόφαγες είμαστε, το ρίξαμε έξω το πρώτο βράδυ και πληρώσαμε 30 φράγκα για τις μπύρες και τα μύδια. Μετά τη μπυραρία, ο Αλέξης μας πήγε στο σπίτι, μας έδωσε τα κλειδιά, μας χαιρέτησε και δεν τον ξαναείδαμε. Την άλλη μέρα ξεκίνησε η εξερεύνηση της πόλης. Το κόβαμε ποδαρόδρομο μέσα από τους κήπους του Λουξεμβούργο, φτάναμε στο κέντρο κι από κει και πέρα περπατούσαμε συνέχεια. Μια βδομάδα μείμαμε στο Παρίσι και μετρό πήραμε δύο φορές. Μια για να φτάσουμε στο παζάρι στο Γκλινιανκούρ κι άλλη μια γιατί μας έβαλε ο Βασίλης που είχαμε γνωρίσει στο τρένο και τον ξαναβρήκαμε στο Παρίσι, και στον οποίο φαινόταν αδιανόητο να γυρνάμε τέτοιες αποστάσεις με τα πόδια ακόμα και το βράδυ. Στο Λούβρο πάντως δεν μπήκαμε. Με το που το είδα μου φάνηκε τεράστιο και είχα τόσο μαγευτεί από τους δρόμους της πόλης, που λυπήθηκα να χάσω έστω και μια μέρα βόλτες για να δω τη Τζοκόντα και τη Νίκη της Σαμοθράκης. Πήγαμε ομως στο Μπωμπούρ που ήταν καινούριο τότε. Το γυρίσαμε όλο, ήταν εντυπωσιακό αλλά πάλι δεν θυμάμαι τι είδαμε εκει μέσα. Το ξαναλέω, με είχαν μαγέψει οι δρόμοι, τα πάρκα, οι πλατείες, το ποτάμι. Ήταν και άνοιξη με καλό καιρό, που μυαλό για μουσεία και κουλτούρα; Φεύγαμε κατά τις 9 το πρωί από το σπίτι και μέχρι τις 11 το βράδυ που γυρνούσαμε ξεθεωμένες, περπατούσαμε με μικρές στάσεις σε πλατείες, σε πάρκα, στους πάγκους πάνω στις γέφυρες (τι ωραία που ήταν η Pont Neuve!!!). Κάναμε προσπάθειες να μη μας κλέψουν τα γυφτάκια που ήταν μανούλες στο ξάφρισμα, πίναμε κανέναν καφέ στα υπέροχα Καφέ του Παρισιού ή απλά την αράζαμε κάπου και κάναμε χάζι. Στο χάζι επιδιδόταν κυρίως η μικρή γιατί εγώ έπρεπε να έχω τη μύτη μου βυθισμένη στο χάρτη για να βρίσκω που θα πάμε και πως. Έτσι βυθισμένη ήμουν, όταν κατεβαίναμε ένα δρόμο κοντά στην Pigalle και ξαφικά η μικρή μου είπε πως είμαι χαζή που δεν πήρα χαμπάρι τι γινόταν γύρω μας. Ε, δεν είχα πάρει τι να κάνω; Αφού έψαχνα τους δρόμους στο χάρτη... Όταν σήκωσα το κεφάλι μου, κατάλαβα πως βρισκόμασταν σε δρόμο με πουτάνες που κάθονταν ημίγυμνες σε εισόδους κι επειδή ήταν και μεσημέρι, μπορεί δίπλα να ψώνιζαν στο φούρνο ή στο μπακάλικο μαμάδες με παιδάκια χωρίς να τους κάνει εντύπωση το θέαμα. Τέτοιο σκηνικό δεν είχα ξανασυνατήσει κι εντυπωσιάστηκα. Μετά μπήκαμε να πάρουμε κάπου ένα σάντουιτς και μέχρι να παραγγείλω (εγώ φυσικά, η μικρή είπαμε δεν μίλαγε καμμιά γλώσσα πλην ελληνικών) τη βλέπω να έχει πιάσει κουβέντα (μη ρωτήσει κανείς σε τι γλώσσα, θα σας γελάσω) με δύο μυστήριους τύπους. Μας φορτώθηκαν λοιπόν τα παληκάρια, μου τους φόρτωσε και μένα η μικρή, στην αρχή για να συνεννοηθώ μαζί τους και μετά για να τους ξαποστείλω γιατί τους βαρέθηκε. Μου έκανε κάτι τέτοια αλλά έδειχνα ψυχραιμία εκεί στην ξενητιά. Στην Ελλάδα θα την είχα παρατήσει να τα βγάλει πέρα μόνη της. Η ίδια μέρα πρέπει να ήταν που πήγαμε και βρήκαμε το Βασιλη που είχαμε γνωρίσει στο τρένο. Ο Βασίλης είχε πάγκο με κρέπες. Οικογενειακή επιχείρηση κι απ’ ότι μας είπε, οι περισσότεροι κρεπατζήδες και καστανάδες του Παρισιού ήταν έλληνες. Τον βρήκαμε στο πόστο του, μας κέρασε καφεδάκι στο διπλανό Καφέ μας γνώρισε στους φίλους του και μετά πήγαμε σ’ ένα τεράστιο Λούνα Πάρκ στη Βενσέν. Ωραία ήταν αν κι εγώ δεν το φχαριστήθηκα πολύ μιας και λόγω υψοφοβίας, ούτε στην τεράστια ρόδα ανέβηκα ούτε σ’ όλα εκείνα τα παιχνίδια που σε στιφογυρίζουν, σε γυρνάνε τα πάνω κάτω και σε χτυπάνε αλύπητα. Ακόμα όμως κι έτσι ήμουν με συμπαθητική παρέα και δεν είχα ξαναδεί τόσο μεγάλο λούνα πάρκ. Κάτι ήταν κι αυτό. Ο Βασίλης το βράδυ μας συνόδευσε ιπποτικά μέχρι την πόρτα μας, διότι του φαινόταν αδιανόητο και τρομερά επικίνδυνο να κυκλοφορούμε μόνες. Εμείς πάλι ούτε για μια στιγμή δεν νιώσαμε κίνδυνο, ίσως γιατί είχαμε άγνοια κινδύνου. Ποιος ξέρει; Α, ναι! Ανεβήκαμε και στο πύργο του Άιφελ. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά το Παρίσι το χάζεψα από ψηλά, όλα κι όλα... Όταν επέστρεψα οι φίλοι μου δεν το πίστευαν. «Καλά ρε συ» μου έλεγαν «μια βδομάδα βολόδερνες εκεί και δεν φιλοτιμήθηκες να δεις τη Μόνα Λίζα;». Τι να κάνω ρε παιδιά; Δεν την είδα.... Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό και είχα ξεκινήσει πιστεύοντας πως δεν θα βγαίνω από τα μουσεία. Όταν έφτανα όμως κάπου το μόνο που ήθελα ήταν κυρίως να περπατάω και να «μυρίζω» τη ζωή των ανθρώπων, ν’ ανακατεύομαι μαζί τους παρά να χωθώ σ’ ένα μουσείο. Το κάνω πάντα αυτό από τότε. Όπου και να βρεθώ προηγείται το ανακάτεμά μου με τους ανθρώπους και έπονται τα μουσεία και οι καθεδρικοί. Πάντως μια βδομάδα που ξεπατωθήκαμε στο περπάτημα, που περνάγαμε το βράδυ από το Καρτιέ Λατέν κι από στενάκια, που χωνόμασταν σ’ όποιο δρομάκι μας έκανε εντύπωση, κίνδυνο δεν νιώσαμε. Μπορεί και να ήταν θέμα τύχης. Μετά από μια βδομάδα περπάτημα, φάγαμε και τις τελευταίες προμήθειες, παραδώσαμε τα κλειδιά στον Αλέξη και πήραμε το τρένο για το Βερολίνο. UPDATE Μετά το σχόλιο της ΟΘΠΚ θυμήθηκα άλλες δυο "σημαντικές" επισκέψεις. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά μια επίσκεψη στη Gαleries Lafayette την κάναμε. Θάμαξα η μικρή βαλκάνια κορασίς. Τα μόνα πολυκαταστήματα που ήξερα ως τότε ήταν ο Κατράντζος στη Θεσσαλονίκη και ο Λαμπρόπουλος. Ούτε καν στο Μινιόν δεν είχα μπει .. Τι να κλάσουν όμως αυτά, μπροστά στη Gαleries Lafayette!!! Ζαλίστηκα. Λεφτά δεν περίσσευαν ν' αγοράσουμε τα θαυμαστά που βλέπαμε αλλά σπατάλησα κάποια από τα φράγκα που είχα για να πάρω ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες μωβ και δυό ζευγάρια κάλτσες μέχρι το γόνατο, κι αυτές σε δύο αποχρώσεις του μωβ. Από τότε είχα τρέλα με το μωβ χρώμα (σαν γραφείο τελετών έλεγε η μαμά μου πως κυκλοφορώ). Στην Ελλάδα τότε οι εσπαντρίγιες υπήρχαν μόνο σε δυο τρία βασικά χρώματα και ούτε λόγος για τόσες αποχρώσεις στις κάλτσες. Τα φορούσα από τη μέρα που τα πήρα συνέχεια μέχρι που διαλύθηκαν. Κι έκανα και το κομμάτι μου πίσω στην Ελλάδα. Καμμιά φίλη μου δεν είχε τέτοιες κάλτσες και τέτοιες εσπαντρίγιες. Η άλλη επίσκεψη ήταν στο παζάρι του Clignancourt. Κάτι σαν το Μοναστηράκι μου είχαν πει πως είναι αλλά τελικά καμμία σχέση. Ήταν τεράστιο και είχε μόνον πάγκους, όχι μαγαζιά. Κάναμε κι εκεί τα ψώνια μας. Ένα τεράστιο ινδικό, πολύχρωμο πανί, που το πήρα για να καλύπτω το φοιτητικό μου κρεβάτι και που δεν θυμάμαι που είναι πλέον. Το έχασα; Το χάρισα; Ποιος ξέρει... Σαν τα επαρχιωτάκια κυκλοφορούσαμε μέχρι που μια κυρία μας έκραξε γιατί η αδελφή μου ,εντελώς μαλακωδώς, άνοιγε το πορτοφόλι της και έδειχνε στους πάντες σχεδόν το περιεχόμενό του. Κι έβγαλε πενηντόφραγκο (αυτή ήταν η πλούσια της παρέας, εγώ τα είπαμε ... φτωχή συγγενής) για να πληρώσει κάτι που πήρε και ήταν πάμφτηνο. "Κρύψτε τα λεφτά σας" μας είπε "αν θέλετε να σας μείνουν". Τόσο μας έκοβε. Ευτυχώς που μας λυπήθηκε η γυναίκα.
Που είχαμε μείνει; Α! Ναι.... Στο σταθμό του Μιλάνου.
Όπως όλοι καταλάβαμε, από την στιγμή που αφήσαμε την Ελλάδα, είχα επιφορτιστεί με το καθήκον των συνεννοήσεων μιας κι αυτός ήταν ένας πολύ σοβαρός λόγος που ξεκίνησα αυτό το ταξίδι ως συνοδός της μικρής. Στο Μιλάνο λοιπόν έπρεπε να βρω δρομολόγια και τρένα που θα μας πήγαιναν στη Grenoble. Διότι μου είχε κολλήσει η ιδέα, πως μιας και θα βρισκόμουν στη Γαλλία έπρεπε να περάσω να πω ένα "γειά" στον φίλο μου τον Pascal που σπούδαζε στη Grenoble. Ο Pascal ήταν ένας εξαιρετικός τύπος, που είχα γνωρίσει το προηγούμενο καλοκαίρι στις διακοπές μου στην Κρήτη, είχαμε κολλήσει για το υπόλοιπο των διακοπών και ο οποίος μιλούσε εξαιρετικά ελληνικά (εκτός των άλλων γλωσσών που μιλούσε). Ωραίος τύπος, με τον οποίο είχαμε αλληλογραφία και μου άρεσε η ιδέα να περάσω από την πόλη του να τον δω ξανά. Η μικρή δεν είχε πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς, ένας φίλος της που θα μας φιλοξενούσε στο Παρίσι μας περίμενε την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα. Οπότε μια δυο μέρες στη Grenoble μου φαινόταν τέλεια ιδέα. Μόνον που λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το καθολικό Πάσχα. Διότι ξέχασα ν’ αναφέρω πως το συγκεκριμένο ταξίδι ήταν ανοιξιάτικο, προγραμματισμένο να έχει διάρκεια γύρω στις 15 με 20 μέρες για τη μικρή και λίγες παραπάνω για μένα αφού για κείνη το ταξίδι θα τελείωνε στο Βερολίνο, ενώ εγώ θα συνέχιζα για τη Βουδαπέστη και θα επέστρεφα στην Ελλάδα το Μ. Σάββατο ίσα για να κάνω Πάσχα με τους γονείς μου.
Πριν φύγουμε πήρα ένα τηλέφωνο τον Pascal να τον ενημερώσω πως θα περάσω να τον δω στο δρόμο για Παρίσι, δεν τον βρήκα αλλά δεν έδωσα σημασία. Τότε δεν υπήρχνα κινητά ή mail για επικοινωνία. Ούτε και μυαλό υπήρχε όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων αλλά είχε πλάκα η όλη φάση όπως εξελίχτηκε. Παίρνουμε λοιπόν το τρένο και φτάνουμε στη Grenoble. Φορτωνόμαστε τα σακίδια, βρίσκουμε κι ένα τηλεφωνικό θάλαμο και ξαναπαίρνω τηλέφωνο το φίλο μου έτοιμη να του κάνω έκπληξη. Πάλι τίποτε. Δεν πτοούμαι, «θα κάνουμε μια βόλτα στην πόλη και θα ξαναπάρω, που θα πάει θα γυρίσει κάποια στιγμή στο σπίτι του». Βρίσκουμε χάρτη της πόλης στο σταθμό, κλειδώνουμε πάλι τα σακίδια και εξορμούμε. Κάθε τόσο τηλεφωνώ αλλά τζίφος. Μέχρι που συνειδητοποιώ κάποια στιγμή το απόγευμα πως είναι Πάσχα. Για την ακρίβεια Μ. Βδομάδα των καθολικών ή η προηγούμενη. Μάλλον η προηγούμενη. Το θέμα ήταν πως στη Γαλία ήταν διακοπές για τους φοιτητές και είχαν φύγει οι περισσότεροι που δεν ήταν παό την πόλη. Ε ρε γλέντια.....
Οπότε καταλαβαίνω πως ο Pascal δεν θα απαντήσει στο τηλέφωνο γιατί σίγουρα θα έχει φύγει από την πόλη για τις διακοπές και θα έχει πάει να επισκεφτεί τους γονείς του. Ή κάπου αλλού. Ευτυχώς που το σκέφτηκα το τελευταίο γιατί ήμουν έτοιμη να πάρουμε το τρένο για το Annecyπου ήξερα πως ζουν οι γονείς του. Κοντά στη Grenoble, ήταν γιατί όχι; Τελικά δεν ήταν εκεί κι ευτυχώς που δεν το πήραμε αυτό το τρένο.
Αφού συνειδητοποίησα τη μαλακία, άκουσα κι ένα χεστήρι από την αδελφή μου αλλά έπρεπε να δούμε πως θα κινηθούμε από κει και πέρα. Στη Grenoble δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε άσε που δεν περίσσευαν λεφτά να μείνουμε σε ξενοδοχείο. Μας είχε κόψει και η πείνα. Βρήκαμε λοιπόν μια πλατεία, πιάσαμε ένα παγκάκι, ανοίξαμε το χάρτη και τα δρομολόγια των τρένων και κάναμε μίνι σύσκεψη για να δούμε τι θα κάνουμε. Ταυτόχρονατρώγαμε. Τι; Δεν θυμάμαι πως βρεθήκαμε με κάτι βραστά αυγά στις τσάντες. Ίσως μας τα είχε δώσει η μάνα μου φεύγοντας. Ίσως ο Ιταλός που μας φίλεψε την καρμπονάρα. Το γοεονός είναι πως καθόμασταν σ’ ένα παγκάκι, σκεφτόμασταν τι θα κάνουμε από δω και πέρα και καθαρίζαμε βραστά αυγουλάκια.!!!!
Τι θα κάναμε λοιπόν; Ο Αλέξης μας περίμενε στο Παρίσι την μεθεπόμενη μέρα και δεν διακινδυνεύαμε να την ξαναπάθουμε όπως τώρα. Τρένο για να φτάσουμε την μεθεπόμενη το πρωί υπήρχε αλλά έφευγε την άλλη μέρα. Έρχόταν η νύχτα κι εμείς δεν ξέραμε που να μείνουμε. Οπότε λέψ στη μικρή: «Έλα μωρέ, θα πάμε στο σταθμό και θα την πέσουμε εκεί για ύπνο. Πως κοιμούνται στο σταθμό στη Θεσσαλονίκη; Έτσι θα κάνουμε κι εμείς, άλλωστε μου είπε πως έτσι κοιμήθηκε και η φίλη μου η Αθηνά στο σταθμό του Μιλάνου πέρσι» Μια χαρά τη βρήκε την ιδέα η μικρή, οπότε με το που έπεσε η νύχτα γυρίσαμε στο σταθμό και χαζεύαμε περιμένοντας να περάσει η ώρα και να κοιμηθούμε. Όσο ήταν νωρίς στο σταθμό υπήρχε μεγάλη κίονης και χάζι. Η Grenoble είναι κοντά στις Άλπεις και υπήρχε πολύς κόσμος που έπαιρνε το τρένο φορτωμένος σκι και συμπούρμπουλα. Όσο όμως περνούσε η ώρα αραίωνε ο κόσμος που έφευγε για διακοπές και έμεναν διάφοροι περίεργοι τύποι. Στην αρχή το παίζαμε ψύχραιμες, βγάλεμ τα sleepingbags και τα στρώσαμε σε μια γωνιά αλλά όσο περνούσε η ώρα τόσο χεζόμασταν από το φόβο. Παραδίπla ήταν κι ένας γέρος αλκοολικός, που κουτουλούσε κάθε τόσο σ’ ένα κάγκελο κι αυτό το επαναλαμβανόμενο «ντουκ» που έκανε το κεφάλι του ήταν σαν soundtrack σε ταινία τρόμου. Πριν τον απόλυτο πανικό, ξανανοίξαμε τα δρομολόγια να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Διότι μιας και είχαμε interail εισιτήριο ήταν προτιμότερο να κοιμηθούμε σ’ ένα τρένο ταξιδεύοντας για κάπου, οπούδήποτε, παρά στο σταθμό με όλους τους περίεργους. Έτσι κι έγινε. Βρήκαμε ένα δρομολόγιο που δεν θυμάμαι που πήγαινε αλλά που στο τέλος του μπορούσαμε να πάρουμε ένα τρένο που θα μας έβγαζε τη μεθεπόμενη το πρωί στο Παρίσι. Το μόνο που θυμάμαι απ’ όλο αυτό το πράμα είναι πως κάναμε ένα κομμάτι της διαδρομής προς Παρίσι όρθιες, στριμωγμένες σ’ έναν διάδρομο με διάφορους τύπους να ισχυρίζονται πως μιλάμε φλαμανδικά και όχι ελληνικά (γιατί ούτε και σ’ αυτούς μοιάζαμε για ελληνίδες άρα η περίεργη γλώσσα μας δεν μπορούσε παρά να είναι φλαμανδικά!!!) κι ένα ηλίθιο γάλλο φαντάρο στο τελευταίο τρένο που πήραμε το βράδυ, που απαιτούσε να μιλάμε γαλλικά μπροστά του για να μας καταλαβαίνει. Ή να μη μιλάμε καθόλου. Διότι έπρεπε κατά τη γνώμη του να ξέραμε γαλλικά από τη στιγμή που επισκεπτόμασταν τη Γαλλία. Όταν τον ρώτησα (με νοηματική) αν αυτός θα μάθαινε ελληνικά για να επισκεφτεί την Ελλάδα, η απάντησή του ήταν φυσικά αρνητική.
Έτσι, γυρίσαμε τη μισή Γαλλία, λόγω βλακείας, και φτάσαμε μιαν ωραία πρωία στο Παρίσι με σκοπό να μείνουμε μια βδομάδα και να το γυρίσουμε απ’ άκρη σ’ άκρη (καλά, κόψε κάτι....)
Μου ζήτησε ο Βερολινέζος επισκέπτης να γράψω πως ήταν το Βερολίνο επί τείχους, το 1983 που το είχα επισκεφτεί. Έτσι θυμήθηκα το πρώτο μου ταξίδι στην Ευρώπη με interail. Απίστευτη εμπειρία, που αποφάσισα να καταγράψω. Μόνο επειδή δεν θέλω να βγει σεντόνι διπλόφαρδο, θα τη σπάσω σε μικρότερα κομμάτια.
Έκανα το πρώτο μου ταξίδι με interail το 1983. Μου προέκυψε από το πουθενά αλλά αυτά είναι τα καλύτερα. Σχεδίαζε να πάει η αδελφή μου ταξίδι στην Ευρώπη, το πρώτο της. Τελευταία στιγμή τσάκισε η παρέα και μη θέλοντας να χάσει το ταξίδι μου πρότεινε να πάω εγώ μαζί της. Όχι τόσο ανυστερόβουλη η πρόταση βέβαια αλλά δεν είπα όχι. Η αδελφή μου δεν ήξερε ξένες γλώσσες, εγώ μιλούσα αγγλικά. Εγώ δεν είχα όλα τα χρήματα για ν’ ακολουθήσω εκείνη μου πρότεινε να μου τα συμπληρώσει. Μου φάνηκε τίμια η συναλλαγή –εγώ τ’ αγγλικά εκείνη τα χρήματα που μου έλειπαν- κι έτσι δώσαμε τα χέρια. Της πρότεινα να βγάλουμε εισιτήρια interail αφού, όπως υπολόγισα, για τα χιλιόμετρα που θα κάναμε συνέφερε πολύ, έστω κι αν δεν γυρίζαμε όλη την Ευρώπη. Ένα μικρό εγκεφαλικό ίσα που το γλύτωσαν οι γονείς μας, παρ’ όλο που τη φάση «σακίδιο στην πλάτη και φύγαμε» την είχαν ξαναζήσει μερικά χρόνια πριν, από μένα όταν εμφανίστηκα μια μέρα έτσι και τους είπα πως πάω διακοπές. Τις προηγούμενες φορές όμως μιλούσαμε για διακοπές στα ελληνικά νησιά, όχι στο άγνωστο με βάρκα ένα εισιτήριο interail. Εγκεφαλικό ξε-εγκεφαλικό μας συνόδευσαν ένα πρωί στο σταθμό της Θεσσαλονίκης, μας ανέβασαν στο τρένο, μας κούνησαν μαντήλι και άρχισε η περιπέτειά μας....
Οι θέσεις μας ήταν σε κουπέ 6 ατόμων. Το τρένο ένας παλιός κλασικός «μουτζούρης», που θα διέσχιζε όλη τη Γιουγκοσλαβία έχοντας προορισμό το Μιλάνο στην Ιταλία. Μέσα στο κουπέ βρήκαμε άλλες τρεις κοπέλες, στην ηλικία μας πάνω κάτω, που πήγαιναν στο Μιλάνο να βρουν το γκόμενο της μιας απ’ αυτές που ήταν φοιτητής εκεί. Ήταν κι ένας νεαρός λίγο μεγαλύτερος από μας, Έλληνας που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι. Έξι θέσεις, έξι άτομα, ταμάμ.... Κλείσαμε την πόρτα και πιάσαμε ενθουσιασμένες/οι την κουβέντα. Οι θέσεις μας δε, ήταν απ’ αυτές που «κυλούσαν» προς τα μπροστά και μπορούσες να κοιμηθείς το βράδυ. Λίγο άβολα βέβαια, στο στιλ «κωλομύτη» με τον απέναντι, αλλά καλύτερα από το να κοιμάσαι καθιστός. Έτσι κι αλλιώς απέναντι ήταν η αδελφή μου. Όπως καταλαβαίνετε το ταξίδι ξεκίνησε με άριστους οιωνούς. Καλή παρέα στο τρένο μέχρι το Μιλάνο, τρόπος για να κοιμηθούμε πιο άνετα, το τρένο όχι ιδιαίτερα γεμάτο, τι άλλο θέλαμε; Χα! λέγω....
Με το που περάσαμε τα σύνορα άρχισε να μπαίνει κόσμος. Σε κάθε σταθμό ανέβαιναν δεκάδες. Ξαφνικά, έξω από τις κλειστές πόρτες του κουπέ γινόταν ΤΟ στριμωξίδι. Θέλανε να μπουν να κάτσουν κι αυτοί αλλά που να κάτσουν; Έξι άτομα σε έξι θέσεις ήμασταν. Κλειδώσαμε λοιπόν, τραβήξαμε και τις κουρτίνες και ησυχάσαμε οι Αντουαννέτες. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ο νεαρός (Βασίλη τον έλεγαν) να πάει τουαλέτα και κοντέψαμε να σφαχτούμε με τους Γιουγκοσλάβους που ήθελαν να του φάνε τη θέση. Κάτω από τέτοιες συνθήκες την τουαλέτα την ξεχάσαμε. Πως να περάσεις κατ’ αρχήν και μετά τι θα βρεις εκεί, αν καταφέρεις να φτάσεις. Σ’ αυτό το πρώτο ταξίδι κατάλαβα πόσο ατέλειωτη ήταν η Γιουγκοσλαβία. Ταξιδεύαμε ώρες και δεν έλεγε να τελειώσει αυτή η χώρα. Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος, κλειδωμένοι μέσα στο κουπέ ενώ απ’ έξω γινόταν κόλαση από τη φασαρία και τον απίστευτο κόσμο που συνωστίζονταν. Δεν ξέρω τι ώρα ήταν αλλά κατάλαβα την αδελφή μου να σηκώνεται. Ήθελε να πάει τουαλέτα πια. Ρίξαμε μια ματιά από το τζάμι και δεν είδαμε ψυχή στο διάδρομο, ούτε ακουγόταν φασαρία. «Θα κατέβηκαν» μου λέει η μικρή «ευκαιρία να πάω τουαλέτα γιατί θα σκάσω» Χα! ξανά.... Με το που άνοιξε την πόρτα αντικρύσαμε το πιο απίθανο θέαμα της μέχρι τότε ζωής μας. Όλοι οι ταξιδιώτες που στριμώχνονταν πριν κάποιες ώρες στο διάδρομο, κοιμόταν στο πάτωμα. Αλλά πως; Ο ένας πάνω στον άλλον. Έχετε δει ψάρια σε ψαροκασέλα; Κάπως έτσι... Αδύνατο φυσικά να περάσει οποιοσδήποτε μη ιπτάμενος και να φτάσει στην τουαλέτα. Άτακτος υποχώρησις λοιπόν, ξαναχωθήκαμε στο κλουβί μας και κάναμε υπομονή, τι άλλο να κάνουμε; Σκεφτήκαμε πως κάποια στιγμή θα κατέβουν, δεν θα πάνε μέχρι το Μιλάνο. Ήταν οι εποχές που οι κάτοικοι του ανατολικού μπλοκ δεν ταξίδευαν τόσο εύκολα στο εξωτερικό.
Μετά από 24 ώρες ταξίδι ακατούρητες, φτάσαμε στα σύνορα με την Ιταλία, Ventimiglia αν θυμάμαι καλά λεγόταν ο σταθμός. Αλλά πριν τη Ventimiglia έπρεπε να ελέγξουν τα χαρτιά μας οι Γιουγκοσλάβοι. Που είχαν κλειδώσει τις τουαλέτες. Για να μην κρυφτεί κανείς μέσα, για να τις καθαρίσουν και γιατί απαγορεύεται να χρησιμοποιείς την τουαλέτα στους σταθμούς. Κοντέψαμε να τρελαθούμε ή μάλλον να κατουρηθούμε όλοι μας. Εδέησεν ο Κύριος, τελείωσαν τους ελέγχους οι Γιουγκοσλάβοι, άνοιξαν τις τουαλέτες και ορμήσαμε σ’ όποια βρήκαμε μπροστά μας! Χα! τρίτη φορά.... Διότι πριν προλάβουμε να ανακουφιστούμε, το τρένο σταμάτησε και άρχισαν να χτυπάν τις πόρτες και να φωνάζουν στα ιταλικά πλέον. Εγώ πάντως -εκείνη την ώρα- και ο θεός ο ίδιος να χτυπόσε την πόρτα και να με φώναζε για να μου δώσει ελευθέρας για τον παράδεισο, δεν υπήρχε περίπτωση να βγω πριν τελειώσω. Μας έκραξαν οι Ιταλοί τελωνειακοί και αστυνομικοί, με ύφος «εμείς είμαστε πολιτισμένοι ευρωπαίοι και ξέρουμε που και πότε μπορούμε να κατουράμε, όχι σαν κι εσάς τους βάρβαρους βαλκάνιους...»αλλά ποιός τους έχεζε; Σημασία είχε πως μετά από 24 ώρες αυτοσυγκράτησης και ελέγχου της κύστης και του εντέρου, επιτέλους ανακουφιστήκαμε έστω και πάνω στις γραμμές του τρένου σε κατοικημένη περιοχή.
Φτάσαμε κάποια ώρα στο Μιλάνο κι εκεί θα χωρίζαμε. Ο Βασίλης για Παρίσι, εμείς για Grenoble, που ήθελα να περάσουμε να δω έναν φίλο πριν πάμε στο Παρίσι και τα κορίτσια θα έμεναν εκεί. Επειδή το τρένο για Grenoble θα έφευγε βράδυ και είχαμε ώρες μπροστά μας κλειδώσαμε τα πράγματά μας στο σταθμό.Μας είχαν καλέσει στο σπίτι του γκόμενου, που ήταν Ιταλός και μας τάισε μια εξαιρετική ιταλική καρμπονάρα, χωρίς τις κρέμες και αηδίες που βάζουν εδώ στην Ελλάδα. Μετά το φαί βγήκαμε μια βόλτα να δούμε ό,τι προλαβαίναμε από το Μιλάνο και αράξαμε στην πλατεία του Duomo χαζεύοντας την κίνηση κι εκεί μάθαμε πως δεν πρέπει να ξεστομίζουμε τη λέξη "μαλάκας" για κανένα λόγο και πουθενά. Διότι την ξεστόμισε το αδελφάκι μου κουτσομπολεύοντας κάποιους που μας καμάκωναν κι έπεσε πάνω σε ελληνικό καμάκι. Ω ναι, παντού υπάρχει ένας Έλληνας να κάνει μαλακίες.
Όταν ήρθε η ώρα, χαιρετήσαμε τα κορίτσια και πήραμε το μετρό να πάμε στο σταθμό. Μπήκε ένας τυπάκος λοιπόν που ζητιάνευε (νέο παιδί και όμορφο, τι κρίμα να είναι παραπληγικό...). «Τρίχες», μου λέει η μικρή, «αν αυτός είναι ανάπηρος εγώ είμαι ο Πάπας». Τελικά είχε δίκιο. Διότι στον σταθμό τον είδαμε να πιλαλάει χαρωπός και καθόλου ανάπηρος. Δεν κρατήθηκε η μικρή, τον πλησιάσαμε και μ’ έβαλε να τον ρωτήσω λίγο με νοήματα, λίγο αγγλικά -μιας κι αυτός ήξερε μόνον ιταλικά- αν ήταν αυτός στο μετρό. Έσκασε στα γέλια που τον γνωρίσαμε και μας ρώτησε από που είμαστε. Ελληνίδες του είπαμε αλλά δεν το πίστεψε. Τον ρωτήσαμε γιατί δεν μας πιστεύει και ακούστε απάντηση: «Εσείς είστε ψηλές, ξανθές και γαλανομάτες. Οι Ελληνίδες είναι κοντές, χοντρές, μελαχροινές και με μουστάκι άρα αποκλείεται να είστε ελληνίδες!!!!!» Τον κράξαμε κι εμείς ελληνικότατα, του είπαμε πως έτσι είναι οι σισιλιάνες κι ανεβήκαμε στο τρένο για τη Grenoble.
Αλλά για τις περιπέτειες στη Grenoble, στο Παρίσι και το Βερολίνο άλλη φορά. Θα πρέπει να περιμένεις λίγο φίλε μου. Αλλά μιας και θυμήθηκα αυτό το ταξίδι ας μη το γράψω μισό....
Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει